Ελλάδα - Ιστορία (Νεότεροι χρόνοι)

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (1828 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ) Τα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας ήταν πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά, συνέτειναν δε, μέσα από αιματηρές εσωτερικές διενέξεις (με αποκορύφωμα τον εθνικό διχασμό) και εθνικούς αγώνες, στη θεμελίωση μιας ουσιαστικής δημοκρατίας μόλις μετά την πτώση της Χούντας και τη μεταπολίτευση. Τις προσπάθειες διοργάνωσης ενός κράτους με υποτυπώδεις θεσμούς μετά το 1828, οπότε και ανέλαβε ως πρώτος κυβερνήτης της χώρας ο Ιωάννης Καποδίστριας, ακολούθησαν δολοφονίες, άτεχνοι βασιλικοί χειρισμοί (περιφρόνηση της «δεδηλωμένης», κυβερνήσεις μειοψηφίας), στρατιωτικά πραξικοπήματα και κινήματα. Μέσα από τους Βαλκανικούς και παγκόσμιους πολέμους η χώρα οριοθέτησε τα σύνορά της, θέσπισε νόμους και παγίωσε ένα μονιμότερο πολιτικό και κομματικό σκηνικό. Ιωάννης Καποδίστριας (1828-31) Φτάνοντας στην Αίγινα, τον Ιανουάριο του 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας βρέθηκε αντιμέτωπος με μια ρημαγμένη Ελλάδα: «Η χώρα, όση είχε απελευθερωθεί, έμοιαζε μ΄ ένα σωρό ερείπια που καπνίζουν ύστερα από μια καταστρεπτική φωτιά. Στη στεριά επικρατούσε το δίκαιο της αρπακτικότητας του τοπάρχη-κοτζάμπαση και στη θάλασσα η πειρατεία. Ο Μοριάς ήταν ρημαδιό. Κάθε μεγαλοκαπετάνιος που κρατούσε ένα κάστρο (Μονεμβασία ο Πετρόμπεης, Ακροκόρινθο ο Κίτσος Τζαβέλλας, Παλαμήδι οι Γρίβας και Στράτος) τυραννούσε σαν κατακτητής το γυμνό και άστεγο πληθυσμό. Παραγωγή δεν υπήρχε, ούτε χέρια να επιδοθούν στην καλλιέργεια της γης. Ο πληθυσμός είχε καταφύγει στα βουνά και στις σπηλιές. Είκοσι πέντε χιλιάδες μαχητές περιπλανιόνταν χωρίς καμία μισθοτροφοδοσία ή ενίσχυση. Κράτος δηλαδή και στην πιο υποτυπώδη του έννοια δεν υπήρχε» (Φρ. Τιρς, Η Ελλάδα του Καποδίστρια). Ο τοπικισμός αποτελούσε πληγή και μεγάλο πρόβλημα ήταν οι κοινωνικές εκρήξεις, αφού οι οικονομικά ασθενέστεροι επιδίωκαν, μετά την απελευθέρωση, την αποκατάστασή τους, σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς άρχοντες και γαιοκτήμονες, που εξασφάλισαν τον έλεγχο του εμπορίου και της ναυτιλίας, μετατράπηκαν σε απόλυτους τοπικούς ηγεμόνες και επάνδρωσαν τον κρατικό μηχανισμό καθορίζοντας τις πολιτικές εξελίξεις. Στη βάση του Συντάγματος της Τροιζήνας, ο Καποδίστριας ίδρυσε το Πολεμικό και Υπουργικό Συμβούλιο και την Εκκλησιαστική Επιτροπή (στα οποία συμμετείχαν, εκτός των άλλων, ο Γ. Κουντουριώτης, ο Ανδ. Ζαΐμης, ο Γ. Ψύλλας, ο Π. Μαυρομιχάλης, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Γρ. Σούτσος και ο Αλ. Μαυροκορδάτος), επιδιώκοντας να δημιουργήσει τις υποδομές για τη διοργάνωση του κράτους. Ένας από τους πρώτους του στόχους ήταν να επιβάλει μια απρόσωπη κεντρική εξουσία, ανεξάρτητη από τους τοπικούς παράγοντες, και να εκσυγχρονίσει την ελληνική οικονομική και κοινωνική ζωή, κάτι που δεν μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς τη ρήξη με τις θεωρούμενες παραδοσιακές δυνάμεις. Παράλληλα, για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα και την ανυπαρξία οργανωμένου στρατού, ζήτησε εξωτερικό δάνειο και τη συνδρομή φιλελλήνων. Στον τομέα της δικαιοσύνης, τα μόνα δικαστήρια που λειτουργούσαν ήταν το εμποροδικείο της Σύρου και το δικαστήριο “Λειών” του Ναυπλίου. Το έργο της αναδιοργάνωσης της δικαιοσύνης το ανέθεσε σε ομάδα νομομαθών και σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση μέσα σε δύο χρόνια μετέβαλε την Αίγινα σε κέντρο παιδείας. Στις αρχές του 1831 λειτουργούσαν 121 κρατικά σχολεία με 10.000 μαθητές, και άλλα 5.000 παιδιά διδάσκονταν από ελεύθερους δασκάλους. Τέλος, λειτουργούσαν και 11 κυβερνητικά εκπαιδευτικά καταστήματα. Ο πληθυσμός της χώρας κυμαινόταν γύρω στο 1.100.000 κατοίκους, με το Μοριά να διαθέτει 400.000, τη Στερεά γύρω στους 170.000, την Κρήτη 90.000 και τις Κυκλάδες 128.500. Βασική τους απασχόληση ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία, και ανάμεσά τους υπήρχαν λίγοι έμποροι και όχι ιδιαίτερα πολλοί ναυτικοί. Με την Δ΄ Εθνοσυνέλευση, ο Καποδίστριας πέτυχε μια μεγάλη νίκη, δημιούργησε, όμως, εχθρούς. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι κοτζαμπάσηδες, όπως και οι φιλελεύθεροι που θεώρησαν απαράδεκτη την προσπάθειά του να συγκεντρώσει στα χέρια του τις εξουσίες, συνασπίστηκαν εναντίον του υποσκάπτοντας το μέλλον του. Αυτό που είχε να αντιμετωπίσει κυρίως η πρώτη ελληνική κυβέρνηση ήταν η θεμελίωση της εθνικής ανεξαρτησίας και ο επακριβής καθορισμός των συνόρων της νέας χώρας, αφού το σχετικό διάταγμα ήταν ασαφές και η αυτονομία της Ελλάδος παρεχόταν με την πρόβλεψη της επικυριαρχίας του σουλτάνου. Παράλληλα, υπήρχαν και οι περιοχές που είχαν επαναστατήσει αλλά δεν είχαν υπαχθεί στην ελληνική διοίκηση, και οι προθέσεις, κυρίως της Αγγλίας, ήταν να περιορίσει την ελληνική επικράτεια στην Πελοπόννησο και στις Κυκλάδες. Για να ελέγξουν, μάλιστα, οι Μεγάλες Δυνάμεις τις εξελίξεις στην Ελλάδα, είχαν συγκροτήσει μόνιμη Συνδιάσκεψη στο Λονδίνο, που τις παρακολουθούσε. Ο Καποδίστριας, διεκδικώντας ανεξαρτησία, έθετε τα θεμέλια μιας υπερήφανης εξωτερικής πολιτικής που προχωρούσε πέρα ακόμη και από τις ελπίδες των επαναστατημένων, που δεν προσδοκούσαν παρά τη δημιουργία κράτους με ξενική κηδεμονία. Με το πρωτόκολλο της 22ας Μαρτίου 1829 πέτυχε την επέκταση της συνοριακής γραμμής από την Άρτα μέχρι το Βόλο, και την απόδοση στην Ελλάδα, εκτός της Πελοποννήσου και των Κυκλάδων, της Εύβοιας και των Βορείων Σποράδων, έστω κι αν παρέμεναν φόρου υποτελείς στο σουλτάνο και προβλεπόταν χριστιανός ηγεμόνας και διοίκηση μοναρχικού τύπου. Στα πλαίσια αυτής της απόφασης ως ηγεμόνας της χώρας εξελέγη ο πρίγκιπας Λεοπόλδος του Σαξονικού Κοβούργου, στον οποίο τέθηκαν υπόψη τα οράματα του ελληνικού λαού: η ανάγκη να εκλεγεί με τη συγκατάθεση των Ελλήνων, να βαφτιστεί χριστιανός και να σεβαστεί το πολιτικό σύστημα. Οι πιέσεις που του ασκήθηκαν ήταν τόσο έντονες, ώστε αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Στο μεταξύ, ο Καποδίστριας ήρθε σε ρήξη με κοτζαμπάσηδες, οπλαρχηγούς και Φαναριώτες και εκείνους που διεκδικούσαν την εξουσία για τον εαυτό τους, κατέστειλε ανταρσίες σε Μάνη, Ύδρα και Πόρο και κατάφερε να περάσει ανέξοδα την κρίση που ξέσπασε όταν η αντιπολίτευση πυρπόλησε πολεμικά σκάφη για να τον τρομοκρατήσει. Στον αγώνα εναντίον του συμμετείχαν και οι πρέσβεις Αγγλίας και Γαλλίας, οι οποίοι τον διέβαλλαν ως πράκτορα της Ρωσίας. Η κατάληξη αυτών των διενέξεων ήταν η δολοφονία του στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, από τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Κατά την Ε΄ Εθνοσυνέλευση (15 Μαρτίου 1832) ψηφίστηκε το Ηγεμονικό (Βασιλικό με την πρόβλεψη Γερουσίας) Σύνταγμα, που καθόριζε τη μορφή του πολιτεύματος, παρά τις παραινέσεις του Αδαμάντιου Κοραή να περιφρουρηθεί το αβασίλευτο. Ο Όθωνας, εξέγερση Μάνης-Μεσσηνίας, επαναστατικές κινήσεις σε Δυτική Ρούμελη, πολιτειακή μεταβολή της 3ης Σεπτεμβρίου (1833-62) Οι οικογένειες που κυριάρχησαν στην Ελλάδα από το 1821 έως το 1827 ήταν οι Κουντουριώτες, οι Ζαΐμηδες, οι Δεληγιανναίοι, οι Λόντοι και οι Μαυρομιχαλαίοι. Η σύγκρουση μεταξύ των καποδιστριακών (υπό τον Αυγουστίνο Καποδίστρια) και του Ιω. Κωλέττη κατέληξε, μετά από προσφυγή στη βία, στην επικράτηση του δεύτερου και στην επιβολή ως απόλυτου μονάρχη, σύμφωνα με τη θέληση των ξένων δυνάμεων, του Όθωνα της Βαυαρίας. Επειδή, όμως, ο Όθων ήταν ανήλικος, ορίστηκε αντιβασιλεία που θα ασκούσε την εξουσία έως την ενηλικίωσή του και που, τέλη Ιανουαρίου 1833, κατέφθασε μαζί του στο Ναύπλιο. Την αποτελούσαν ως πρόεδρος ο κόμης Άρμανσμπεργκ και ως μέλη ο καθηγητής Μάουρερ και ο αντιστράτηγος Χάιντεκ. Αν και υπήρξε η υπόσχεση ότι θα καταρτίσουν Σύνταγμα με τη συνεργασία της Εθνικής Συνέλευσης, οικειοποιήθηκαν πλήρως την αρχή που τους είχε παραχωρηθεί και λειτουργούσαν αυθαίρετα. Η δολοφονία του Καποδίστρια είχε άρει τις θετικές συνέπειες της κρατικής οργάνωσης και βασίλευε και πάλι η αναρχία. Το σύστημα που θέλησαν να επιβάλουν –πολιτικό και οργανωτικό– δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είχαν οραματιστεί οι επαναστάτες (αντιπροσωπευτικό σύστημα που πήγαζε από τον κοινοτισμό), αλλά αποσκοπούσε στην καθιέρωση μιας συγκεντρωτικής δομής που αποδιοργάνωνε τους σκληρούς πολιτικούς πυρήνες όπου πάνω τους είχε βασιστεί η νεοελληνική πραγματικότητα. Προχώρησαν όμως στην καλύτερη οργάνωση της παιδείας και σε μια σειρά από αξιόλογα νομοθετήματα. Αντίθετα, δεν μετακίνησαν το βαυαρικό στρατό μετά την παρέλευση του ενός χρόνου, παρά τα όσα είχαν συμφωνηθεί, απορροφώντας όλο σχεδόν το εξωτερικό δάνειο που είχε ληφθεί για την οικονομική ανόρθωση της χώρας. Η αντιβασιλεία, μάλιστα, συνδέθηκε με τον Κωλέττη και το γαλλικό κόμμα, παρέπεμψε τον Κολοκοτρώνη ως συνωμότη και τον καταδίκασε σε θάνατο, χωρίς να τον εκτελέσει. Ο αυταρχισμός της οδήγησε στην εξέγερση της Μάνης και της Μεσσηνίας, με αποκορύφωμα τις επαναστατικές κινήσεις στη Δυτική Ρούμελη, εναντίον κυρίως του Άρμανσμπεργκ, και με αίτημα την παραχώρηση συντάγματος. Κάτω από τη λαϊκή απαίτηση, ο Όθων αναγκάστηκε να καθαιρέσει το συνεργάτη του και να παραχωρήσει αξιώματα σε πολιτικούς αρχηγούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού η εξουσία παρέμενε ολοκληρωτικά στα χέρια του και οι ξένες δυνάμεις συνέχιζαν τις παρεμβάσεις τους. Η αντιπολίτευση, με τη συμμετοχή και των τριών κομμάτων –Αγγλικού, Γαλλικού, Ρωσικού–, αποφάσισε συνωμοσία, το φθινόπωρο του 1842, με στόχο το διωγμό των Βαυαρών και την ψήφιση συντάγματος. Τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 αιφνιδίασαν τους ξένους πρεσβευτές και υποχρέωσαν τον Όθωνα σε παραίτηση. Η πολιτειακή μεταβολή της 3ης Σεπτεμβρίου επανέφερε στο προσκήνιο, εκτός από τον Όθωνα, και τις παραδοσιακές δυνάμεις της Επανάστασης που είχαν αποκλειστεί από την άσκηση της εξουσίας. Οι συγκρούσεις που ακολούθησαν και οι παρεμβάσεις των ξένων πρεσβευτών απέφεραν μια εκ νέου συντηρητική στροφή (πρωθυπουργός για λίγο –12 Φεβρουαρίου 1844– ανέλαβε ο Κ. Κανάρης) και την έναρξη ισχύος του συνταγματικού χάρτη, στον οποίο υπαγόταν και το άρθρο 107, που ανέφερε ότι «η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούτο εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων». Με την ψήφιση του συντάγματος η απόλυτη μοναρχία έγινε συνταγματική. Οι κυβερνήσεις Μαυροκορδάτου και Κωλέττη και ο ίδιος ο μονάρχης δεν τήρησαν το σύνταγμα προκηρύσσοντας εκλογές το 1844 και το 1862, οι οποίες αποτέλεσαν «προϊόντα βίας, τεχνασμάτων και νοθείας». Οι κυβερνήσεις ελέγχονταν από τις ξένες δυνάμεις και κάποιες από αυτές (Κριεζή, Μιαούλη, Κολοκοτρώνη) ήταν εμφανώς φιλομοναρχικές: «οι άνδρες της Επαναστάσεως, οι υπηρετήσαντες την πατρίδα μετά τοσαύτης αφοσιώσεως και πίστεως κατά τον μέγαν αγώνα μετεβλήθησαν εις χυδαίους πολιτικούς κομματάρχας» (Ν. Καζάζη, Ο κοινοβουλευτισμός). Παράλληλα, ο Όθων, ως γνώμονα για την εξωτερική πολιτική του, είχε υιοθετήσει τη Μεγάλη Ιδέα, την ανασύσταση δηλαδή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Μετά όμως την ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό πόλεμο, με τη συνθήκη των Παρισίων η Αγγλία και η Γαλλία εγγυήθηκαν την ακεραιότητα της Τουρκίας καθιστώντας ανεδαφικές τις βλέψεις του βασιλιά. Οι προκλητικές παρεμβάσεις των ξένων, ιδίως των Αγγλογάλλων, συνεχίζονταν (αποκορύφωμα αυτών υπήρξε ο αποκλεισμός των ελληνικών λιμανιών και η κατάληψη ελληνικών εδαφών στη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου – η Ελλάδα απέστειλε ανταρτικές ομάδες στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο), αναγκάζοντας σε αντίδραση άλλοτε τους φιλοευρωπαίους Έλληνες ηγέτες, όπως τον Κωλέττη, κι άλλοτε πάλι τον ίδιο τον Όθωνα, στο βαθμό που ένιωθε ότι έχανε τη διεθνή στήριξη. Ο μονάρχης, ωστόσο, δεν μπορούσε να κερδίσει την εύνοια του λαού, εφόσον και εξαιτίας της παραβίασης του συντάγματος συνάσπισε εναντίον του φιλελεύθερους διανοούμενους, φοιτητές επηρεασμένους από τα επαναστατικά κινήματα του 1848, ακόμη και παλαιοκομματικούς που ήθελαν την απομάκρυνση τη δυναστείας των Βίτελσμπαχ. Η καταγγελία για παραβιάσεις από τον Κ. Κανάρη σηματοδότησε την έκρηξη που οδήγησε, στις 10 Οκτωβρίου 1862, στην κατάλυση της βασιλείας του Όθωνα. Οι εσωτερικές διενέξεις και η συμμαχία των Βούλγαρη, Ζαΐμη, Κουμουνδούρου και Δεληγιώργη απέφεραν την υποψηφιότητα του πρίγκιπα Αλφρέδου –για να κερδηθεί η εύνοια της Αγγλίας– και την αναίρεση της όποιας προσπάθειας γινόταν για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Η τριακονταετής βασιλεία του Όθωνα καταλύθηκε, αλλά όχι η ίδια η βασιλεία, που παρέμενε ακόμα ισχυρή. Γεώργιος Α’, Χαρίλαος Τρικούπης (1863-97) Μετά τον Όθωνα τη βασιλεία ανέλαβε ο Γεώργιος Α΄ του οίκου Γκλίξμπουργκ, ο δευτερότοκος γιος του μετέπειτα βασιλιά της Δανίας. Με την ανάληψη των καθηκόντων του νέου βασιλιά (17 Νοεμβρίου 1863) παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα τα νησιά του Ιονίου και μετά τη διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης η Θεσσαλία και η Άρτα (1881). Το Νοέμβριο του 1864 τέθηκε σε ισχύ το νέο σύνταγμα, που θέσπιζε τη Βασιλευόμενη Δημοκρατία. Τον Αύγουστο του 1866 ξέσπασε επανάσταση στην Κρήτη, που διήρκεσε τρία χρόνια και κατέληξε στο ολοκαύτωμα του Αρκαδιού. Κατά την πρώτη δεκαετία της βασιλείας του Γεωργίου Α΄ υπήρξαν εναλλαγές κυβερνήσεων –στην πλειονότητά τους ήταν προσκείμενες σε αυτόν– με κατάχρηση εκ μέρους του του δικαιώματος διαλύσεως της Βουλής. Οι εκλογές είχαν στόχο την επικράτηση του ενός κόμματος σε βάρος του αντιπάλου του και προς αυτόν το σκοπό χρησιμοποιούνταν θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Την εύνοια του βασιλιά την είχε ο Δ. Βούλγαρης, ενώ εκφραστής της αγανάκτησης του λαού για την πολιτική φαυλοκρατία ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης. Μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες δίωξής του, τελικά τού ανατέθηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης. Το διάστημα 1876-77 στο προσκήνιο παρέμεναν οι παλαιοί κομματικοί ηγέτες Κουμουνδούρος, Δεληγιώργης και Ζαΐμης, μόνο που τότε δεν ήθελαν να πάρουν την εξουσία χωρίς τη συγκατάθεση της πλειοψηφίας του λαού. Ο Χ. Τρικούπης και ο Θ. Δηληγιάννης διεκδίκησαν την κληρονομιά των παλαιών κομμάτων και αποτέλεσαν τους πόλους γύρω από τους οποίους ανασυντάχθηκαν τα πολιτικά κόμματα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Τον Ιούνιο του 1877 σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση, η οποία, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι τότε, έπαιρνε αποφάσεις εν κρυπτώ, χωρίς δηλαδή να ενημερώνει την κοινή γνώμη. Μετά την ήττα της Τουρκίας κατά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78 και με την ίδρυση της μεγάλης Βουλγαρίας ένας νέος κίνδυνος ανέκυψε: ο πανσλαβισμός. Όμως η συνθήκη του Βερολίνου πρόλαβε τις εξελίξεις, παραχωρώντας στην Ελλάδα τη Θεσσαλία και την Άρτα. Η πτώση του Κουμουνδούρου σηματοδότησε την άνοδο του Τρικούπη στην εξουσία (Μάρτιος 1880), όχι πια ως αρχηγού ενός μικρού κόμματος, όπως συνέβη το 1875, αλλά ως αντιπροσώπου του μεγαλύτερου τμήματος της αντιπολίτευσης. Η εκλογή του ωστόσο άνοιξε το δρόμο, μετά από μια πενταετία διεργασιών, στο δικομματικό σύστημα και στην κυριαρχία του τρικουπικού και του κουμουνδουρικού ή του δηλιγιαννικού κόμματος. Ο Δηλιγιάννης ανέλαβε την εξουσία μετά την οικονομική κρίση του 1883-85 και την αποτυχία των φορολογικών νομοσχεδίων του Τρικούπη, αλλά δεν τόλμησε να διαφοροποιηθεί από τη φιλοπόλεμη διάθεση της κοινής γνώμης κατά της Τουρκίας. Αν και αναγκάστηκε να παραιτηθεί, επανήλθε το 1890, τερματίζοντας τα τρικουπικά πειράματα στην οικονομική και πολιτική οργάνωση της χώρας. Ο βασιλιάς, αντλώντας από τα βασιλικά προνόμια, ανέβαζε στην εξουσία κυβερνήσεις ή προσωπικότητες με ελάχιστη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, όπως συνέβη με την αποπομπή του Δηλιγιάννη και την ανάθεση σχηματισμού κυβέρνησης στους Κ. Καραπάνου και Δ. Ράλλη. Στις 7 Ιουλίου 1885 ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας και πάλι ο Δηλιγιάννης και το Μάρτιο του 1886 βρέθηκε μπροστά σε διπλωματικό αλλά και οικονομικό αδιέξοδο, αφού οι προσπάθειές του για σύναψη δανείου 100 εκατ. απέτυχαν. Ο Δηλιγιάννης είχε αποκλείσει τον πόλεμο, αλλά μετά τον αποκλεισμό των ελληνικών παραλίων και την επιστράτευση ήταν ο Τρικούπης που ακολούθησε το δρόμο της ειρήνης. Η νέα κυβέρνηση, τον Απρίλιο του 1886, βρέθηκε μπροστά σε μεγάλο οικονομικό αδιέξοδο καθώς τα ελλείμματα του 1885-86, χωρίς τις δαπάνες της επιστράτευσης, πλησίαζαν τα 50 εκατ. Με την αντιπολίτευση, στις εκλογές του 1887, συντάχθηκε ο πλούσιος γαιοκτηματίας της Άρτας Κ. Καραπάνος, ο οποίος είχε αποτελέσει και τον κύριο αντίπαλο του Τρικούπη στις συζητήσεις για την οικονομία. Την περίοδο 1887-90 ο Καραπάνος αναδείχθηκε σε ηγετική φυσιογνωμία του δηλιγιαννικού κόμματος, μετά την αποπομπή του Δηλιγιάννη, και το Μάιο του 1893 με την παραίτηση Τρικούπη. Τον πρωθυπουργό διαδέχθηκε ο Σ. Σωτηρόπουλος, με την υποστήριξη ομάδας βουλευτών υπό τους Δ. Ράλλη και Ι. Ευταξία. Είχε ήδη αρχίσει η μεταστροφή του εκλογικού σώματος προς την αντιπολίτευση και είχε μειωθεί δραματικά η ισχύς του Τρικούπη, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική αδιέξοδος είχε σημάνει συναγερμό και είχε ξεσηκωθεί η Κρήτη. Όμως, το εκλογικό σώμα έδειξε να ξαναδίνει ψήφο εμπιστοσύνης στον Τρικούπη, ο οποίος είχε τη στήριξη του παλατιού, αλλά και την ικανότητα να κρατάει ενωμένη την κυβερνητική πλειοψηφία, έστω κι αν οι νίκες του δεν πραγματοποιήθηκαν υπό ομαλές πολιτικές συνθήκες (το 1887 παραιτήθηκε ο Δηλιγιάννης μετά τον αποκλεισμό των ελληνικών παραλίων και το 1892 αποπέμφθηκε από τον Γεώργιο). Στις 10 Φεβρουαρίου 1892, και ενώ η οικονομική και χρηματιστηριακή κρίση συγκλόνιζε τη χώρα, συζητήθηκε στη Βουλή το πόρισμα της ανακριτικής επιτροπής για την παραπομπή του Τρικούπη και μελών της κυβέρνησής του στο ειδικό δικαστήριο, κυρίως για τον τρόπο που διαχειρίστηκε τα δημόσια δάνεια. Απαλλάχθηκε όμως, εξαιτίας της χρηματιστηριακής κρίσης που είχε ξεσπάσει και επειδή διαφωνούσε και ο βασιλιάς, ο οποίος θα μπορούσε να κατηγορηθεί για τους ίδιους λόγους. Η αποπομπή του Δηλιγιάννη το 1892 (ο οποίος ήταν ίσως ο μόνος πολιτικός που δεν είχε την εύνοια του βασιλιά και κυβέρνησε στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα εξαιτίας της λαϊκής ετυμηγορίας) έδωσε στο βασιλιά τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει και πάλι διατάξεις του συντάγματος, ορίζοντας δύο «βασιλικές» κυβερνήσεις, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο της πτώχευσης, που θα έβλαπτε τα συμφέροντα των τριών Μεγάλων Δυνάμεων που τον είχαν στηρίξει. Για την οικονομική ανόρθωση της χώρας, ο Χ. Τρικούπης, που ανέλαβε την εξουσία το Μάιο του 1892, κατέφυγε σε δανεισμό και σε βαριά φορολογία: επέβαλε εκπαιδευτικά τέλη σε φοιτητές και μαθητές, πρότεινε την ελάττωση των 50.000 οπλιτών, την αναστολή κατασκευής δημόσιων έργων και έκοψε την επιχορήγηση της ελληνικής ατμοπλοΐας. Τα αποτελέσματα, όμως, των ενεργειών του ήταν πενιχρά, γεγονός που σηματοδότησε τη χρεοκοπία της χώρας και οδήγησε τον πολιτικό ηγέτη στην παραίτηση. Οι τάσεις που επικράτησαν υποστήριζαν η μεν μία ότι η χώρα μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της χωρίς δανεισμό και χρεοκοπία και η άλλη ότι η μόνη λύση είναι ο συμβιβασμός με τους δανειστές. Τελικά, το Μάιο του 1893, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να συνάψει σύμβαση δανείου 100 εκατ. Η παραμονή στην εξουσία των Σωτηρόπουλου-Ράλλη εξασφάλιζε την κύρωση του δανείου των 100 εκατ. φράγκων και την αποφυγή της χρεοκοπίας, ωστόσο καταψηφίστηκε κατά την εκλογή προέδρου της Βουλής. Ο Χ. Τρικούπης ανέλαβε ξανά τη διακυβέρνηση της χώρας, χωρίς τη βοήθεια σημαντικότατων στελεχών του, και στις 31 Δεκεμβρίου 1893 ακύρωσε τη σύναψη δανείου, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί η χώρα σε κατάσταση πτώχευσης. Ο Χ. Τρικούπης και ο Θ. Δηλιγιάννης –όταν ανέλαβε την εξουσία και πάλι– ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις που διακόπηκαν με την έναρξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου και την ήττα του 1897. Επανάσταση στην Κρήτη (1897-1908) Το 1897 ξέσπασε νέα επανάσταση στην Κρήτη, την οποία θέλησε να βοηθήσει η ελληνική κυβέρνηση προκαλώντας σε πόλεμο την Τουρκία. Η Ελλάδα ηττήθηκε και οι Τούρκοι έφτασαν με στρατό μέχρι τη Λαμία, αλλά μετά από παρέμβαση των Ρώσων σταμάτησαν την προέλασή τους. Η χώρα υποχρεώθηκε να καταβάλει πολεμική αποζημίωση 100 εκατ. φράγκων και να αποδεχθεί διεθνή οικονομικό έλεγχο για την κατοχύρωση των συμφερόντων εκείνων που κατείχαν ομόλογα των παλαιών εθνικών δανείων. Τελικά, όμως, η Κρήτη έγινε αυτόνομη πολιτεία. Ωστόσο, η αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να πληρώσει την ορισθείσα αποζημίωση είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξουν ρυθμίσεις ιδιαίτερα σκληρές στους προκαταρκτικούς όρους της ειρήνης. Η κυβερνητική κρίση οδήγησε σε σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον πρόεδρο της Βουλής και μεγαλομέτοχο της Εθνικής Αλ. Ζαΐμη και με υπουργό Οικονομικών το διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Στ. Στρέιτ. Στο μεταξύ, ο πόλεμος του 1897 είχε αποδείξει την αδυναμία της χώρας να συγκροτήσει αξιόμαχο στρατό και είχε προκαλέσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια κατά του παλατιού. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος, αρχιστράτηγος το 1897, και οι πρίγκιπες αξιωματούχοι της Αυλής θεωρήθηκαν υπεύθυνοι της ήττας. Στα τέλη του 19ου αιώνα, τα δυο μεγάλα κόμματα προσπάθησαν να ανασυγκροτηθούν μετά τα πλήγματα που δέχτηκαν – με την πτώχευση του 1893, για την οποία θεωρήθηκε υπεύθυνος ο Χ. Τρικούπης, και τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, που χρεώθηκε στη λαϊκίστικη πολιτική του Θ. Δηλιγιάννη. Στις εκλογές του 1899 επικράτησε ο Γ. Θεοτόκης, υποσχόμενος την εξυγίανση των οικονομικών, με τα φορολογικά μέτρα του Αν. Σιμόπουλου –υπουργού Οικονομικών του Θεοτόκη μέχρι το 1907, δεύτερου σε ιεραρχία στελέχους του κόμματος– να αποδίδουν αύξηση των δημοσίων εσόδων. Συμπερασματικά, τις αδύναμες και αναποτελεσματικές κυβερνήσεις της περιόδου της βασιλείας του Όθωνα και της μεταπολιτευτικής περιόδου τις αντικατέστησαν ισχυρές κυβερνήσεις. Πριν από το 1874-75, η συχνή καταφυγή στις κάλπες αποτελούσε σημαντική αιτία αποφυγής αντιδημοτικών μέτρων. Ο Τρικούπης επιτέθηκε στη λογική των συχνών διαλύσεων της Βουλής και της ανάδειξης μειοψηφιών στην εξουσία, επειδή με αυτό το τρόπο ήταν αδύνατον να ληφθούν αναγκαία και κάποιες φορές σκληρά μέτρα. Η αρχή της δεδηλωμένης (του σεβασμού δηλαδή της ψήφου των εκλογέων) τηρήθηκε πιστά από το 1875 μέχρι το 1892. Η υποστήριξη σταθερών κυβερνήσεων επιβλήθηκε όταν η χρήση των βασιλικών προνομίων έφεραν στην εξουσία πολιτικούς που απειλούσαν τα κατεστημένα συμφέροντα. Οι Δηλιγιάννης και Τρικούπης απέδειξαν ότι ήταν πολιτικοί άνδρες με το αναγκαίο ηθικό ανάστημα, ικανοί να επιβάλουν μια ολοκληρωμένη εθνική πολιτική. Ο Δηλιγιάννης, ακόμη κι όταν δημιούργησε ισχυρό κόμμα στα πρότυπα του τρικουπικού, δεν μπόρεσε να πείσει ότι θα εφάρμοζε μια οικονομική πολιτική διαφοροποιημένη από τον εξωτερικό δανεισμό και τη φορολογία. Τα τελευταία τριάντα χρόνια του 19ου αιώνα υπήρξαν αρκετές αφορμές για την κήρυξη πολέμου κατά της Τουρκίας. Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, πιθανώς, δεν μπορούσε να αποτραπεί, όπως συνέβη το 1867, το 1877, το 1880, το 1885 και το 1889, κυρίως γιατί η κυβέρνηση Δεληγιάννη είχε προβλέψει ότι η έκβασή του θα ανάγκαζε την Ελλάδα να συρθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπως κι έγινε. Η ρύθμιση του εξωτερικού χρέους με δυσμενείς όρους αποτέλεσε την απαραίτητη προϋπόθεση για την εκκένωση της Θεσσαλίας από τον τουρκικό στρατό. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το τρικουπικό κόμμα δεν είχε πια καμία σχέση με το ριζοσπαστισμό που διέκρινε τον αρχηγό του μέχρι το 1890. Μετά τα γεγονότα της δεκαετίας του 1890, τα κόμματα είχαν χάσει το δυναμισμό τους, απόδειξη ότι είχαν αποδεχθεί την υποβάθμιση της αρχής της δεδηλωμένης. Ακόμη, οι νέοι ηγέτες δεν είχαν την πολιτική εμβέλεια και τις ικανότητες των Δηλιγιάννη και Τρικούπη. Κανείς δεν θα μπορούσε να επιβάλει αμιγείς εκλογικούς συνδυασμούς (1890) και τόσο σκληρούς φόρους όσο αυτούς που επέβαλαν οι δύο άνδρες. Και οι δύο, όμως, ο Τρικούπης το διάστημα 1892-94 και ο Δηλιγιάννης μετά το 1897, είχαν χάσει τον παλιό δυναμισμό τους. «Ο Τρικούπης είναι ο εισηγητής του κοινοβουλευτισμού και ο υπέρμαχος του φιλελευθερισμού, ενώ οι Δηλιγιάννης και Κουμουνδούρος είναι αναμφισβήτητα οι δύο μεγαλύτεροι Έλληνες δημοκρατικοί πολιτικοί του 19ου αιώνα. Ο Δηλιγιάννης δεν δημαγωγούσε. Αντιπροσώπευε τα παραδοσιακά αιτήματα της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και ήταν απόλυτα προσαρμοσμένος προς τις ανάγκες μιας αγροτικής κοινωνίας που δεν είχε μπει ακόμη στο κύκλωμα της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας» (Ν. Οικονόμου, Ιστορία του ελληνικού έθνους). Απέτυχε γιατί δεν μπόρεσε να στηρίξει την αυτάρκεια της οικονομίας, εξαιτίας εξωτερικών προβλημάτων, διαφωνιών με το βασιλιά και, τέλος, της δολοφονίας του. Οι Τρικούπης-Κουμουνδούρος, αν και συγκρούονταν πολιτικά, συνέπλεαν σε κρίσιμες πολιτικές επιλογές. Από το κουμουνδουρικό κόμμα τρεις τάσεις κυριάρχησαν στην πολιτική ζωή του τόπου: η πρώτη με Κεχαγιά, Λομβάρδο, Πετιμεζά, Τρικούπη, Μαυροκορδάτο και άλλους, οι οποίοι έθεσαν τα θεμέλια του τρικουπικού κόμματος και στηρίζονταν στο φιλελεύθερο οικονομικό πρόγραμμα, στην ενίσχυση του κοινοβουλευτικού χαρακτήρα του συνταγματικού πολιτεύματος και σε μια πιο ενεργό προώθηση της εθνικής ολοκλήρωσης. Η δεύτερη τάση εκπροσωπείτο από τον Σ. Σωτηρόπουλο, υπουργό Οικονομικών των περισσότερων κουμουνδουρικών κυβερνήσεων στη δεκαετία του 1870, και μια τρίτη αναδείχθηκε με τον Δηλιγιάννη και προερχόταν από το κουμουνδουρικό κόμμα. Η προσέγγιση Κουμουνδούρου-Δηλιγιάννη πραγματοποιήθηκε με τις αλλαγές που συντελέστηκαν στα κόμματα εξαιτίας της δεδηλωμένης και το θάνατο των Βούλγαρη, Δεληγιώργη και Ζαΐμη. Διευκολύνθηκε δε από τη στροφή του Δηλιγιάννη σε πιο φιλελεύθερες απόψεις από εκείνες που είχε τη δεκαετία του 1860. Οι πολιτικές εξελίξεις ανάμεσα στο 1875 και στο 1892, που έστρεψαν τον Δηλιγιάννη προς περισσότερο δημοκρατικές απόψεις, ώθησαν τον Σωτηρόπουλο σε πιο αυταρχικές θέσεις. Την άνοιξη του 1901 μια μετάφραση αποτέλεσε την αρχή συγκλονιστικών γεγονότων που ακολούθησαν το Σεπτέμβριο και που αναστάτωσαν την Αθήνα (τα «Ευαγγελικά», ευαγγέλιο και «μαλλιαροί»): η μετάφραση στη νεοελληνική του Ευαγγελίου με τη φροντίδα της βασίλισσας Όλγας ξεσήκωσε, κυρίως, φοιτητές και οδήγησε σε αιματηρές συγκρούσεις, που στοίχισαν τη ζωή σε έντεκα άτομα και τον τραυματισμό 80. Τα γεγονότα οδήγησαν στην παραίτηση του μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου, που είχε συνταχθεί με την Όλγα, και λίγο αργότερα του πρωθυπουργού Γ. Θεοτόκη, και στο σχηματισμό κυβέρνησης από τον Αλ. Ζαΐμη. Στο μεταξύ, οι Βούλγαροι έκαναν προσπάθειες εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας προκαλώντας την αντίδραση της Ελλάδος, που δημιούργησε αντάρτικο. Ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβεγγέλλης οργάνωνε περιοδείες για να εμψυχώσει τους Έλληνες κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων και έδωσε στην ουσία το έναυσμα για το Μακεδονικό Αγώνα, που πήρε διαστάσεις ένα χρόνο αργότερα. Στις 18 Μαρτίου 1901 ο υπουργός Δικαιοσύνης Ελ. Βενιζέλος παραιτήθηκε δύο φορές, αλλά η παραίτησή του δεν έγινε δεκτή από τον πρίγκιπα Γεώργιο, ο οποίος προτίμησε να τον απολύσει. Το κλίμα που δημιουργήθηκε αποτέλεσε και την αιτία μιας χρόνιας βεντέτας ανάμεσα στους δύο άνδρες, με αποκορύφωμα, το 1905, την εξέγερση του Θέρισου. Στις 13 Μαΐου συναντήθηκαν οι βασιλείς Ελλάδας και Ρουμανίας, Νικόλαος και Κάρολος αντίστοιχα, και επισημοποίησαν την αποκατάσταση των σχέσεων των δύο χωρών –μετά από γερμανοαυστριακή μεσολάβηση– που είχαν διασαλευτεί εξαιτίας της προσπάθειας προσεταιρισμού των Κουτσόβλαχων της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας από τη ρουμανική κυβέρνηση. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση μειοψηφίας του Αλ. Ζαΐμη, ευνοουμένου του βασιλιά, και μερικούς μήνες μετά την εκλογική καταπόντισή του και την ανάθεση σχηματισμού κυβέρνησης στον «βασιλικό» Θεοτόκη, εξοργισμένοι οπαδοί του Δηλιγιάννη άρπαξαν σανίδες από οικοδομές του Καλαμάρη και του Πεσμαζόγλου (οδός Σταδίου) και επιτέθηκαν εναντίον όσων βρίσκονταν στο δρόμο τους. Τα αιματηρά επεισόδια της εποχής ονομάστηκαν «Σανιδικά». Το 1903 το γλωσσικό δημιούργησε νέες εντάσεις με τρεις νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Αφορμή, αυτή τη φορά, αποτέλεσε η θεατρική παράσταση Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση Γ. Σωτηριάδη, από το Βασιλικό Θέατρο. Πρωταγωνιστές ήταν και πάλι οι φοιτητές του Πανεπιστημίου, με επικεφαλής τον καθηγητή Γεώργιο Μυστριώτη. Την ίδια εποχή αυξήθηκε το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις ΗΠΑ (το οποίο εντάθηκε ακόμη περισσότερο το 1907), αφού γύρω στους 14.000 ανθρώπους, νέοι κυρίως, εγκατέλειψαν τις ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου. Η δράση των Βουλγάρων ανάγκασε τη διεθνή χωροφυλακή –αποτελούμενη από Ρώσους, Αυστριακούς, Γάλλους, Άγγλους και Ιταλούς– να ασκήσει εποπτεία σε Θεσσαλονίκη, Σκόπια, Σέρρες, Δράμα και Μοναστήρι. Ο Παύλος Μελάς, με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας, προσπάθησε, εισερχόμενος στην κατεχόμενη Μακεδονία, να οργανώσει αντάρτικα σώματα. Στην τρίτη αποστολή του, στις 13 Οκτωβρίου 1904, εγκλωβίστηκε από τουρκικό απόσπασμα σ΄ ένα σπίτι της Σιάτιστας και σκοτώθηκε από σφαίρα στο στήθος. Μετά από συχνές κυβερνητικές αλλαγές, στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 190, ο Δηλιγιάννης θριάμβευσε, αλλά τρεις μήνες μετά δολοφονήθηκε με μαχαίρι έξω από τη Βουλή, από τον Κωστογερακάρη, θαμώνα χαρτοπαικτικών λεσχών. Νωρίτερα ο πρωθυπουργός είχε ξεκινήσει εκστρατεία κατά των λεσχών και του παράνομου τζόγου. Την κυβέρνηση, μετά από σύντομη ανάληψη της εξουσίας από τον Δ. Ράλλη, ανέλαβε έως το 1908 ο Γ. Θεοτόκης. Στις 10 Μαρτίου ξέσπασε εξέγερση υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο από το χωριό Θέρισο της Κρήτης. Ο στόχος της, που επετεύχθη ένα χρόνο αργότερα, ήταν η κατάλυση του αυταρχικού καθεστώτος του ύπατου αρμοστή πρίγκιπα Γεωργίου και η ένωση του νησιού με την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο Μακεδονικός Αγώνας συνεχίστηκε με συγκρούσεις και θανάτους, ενώ οι Βούλγαροι εκδίωξαν τους Έλληνες της Φιλιππούπολης και κατέστρεψαν εκκλησίες και ελληνικά ιδρύματα. Με έδρα τη Θεσσαλονίκη, ξέσπασε το στρατιωτικό κίνημα των Νεότουρκων, που απαιτούσαν φιλελεύθερο κράτος και ισονομία όλων των εθνοτήτων. Η επικράτησή του χαιρετίστηκε και από τους Έλληνες, δίνοντας τέλος στο Μακεδονικό Αγώνα. Όμως ο εθνικισμός των Νεότουρκων διέψευσε τις ελπίδες. Το κίνημα στο Γουδί, Κιλελέρ (1909-10) Μπροστά στον κίνδυνο νέων δυσμενών εξελίξεων στα Βαλκάνια, ένα χρόνο μετά την επικράτηση στην Τουρκία των Νεότουρκων, ανάλογο κίνημα εκδηλώθηκε και στην Ελλάδα από ομάδα Ελλήνων αξιωματικών υπό τον Ν. Ζορμπά, ο οποίος προχώρησε στην ίδρυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου (15 Αυγούστου 1909). Εκατοντάδες κατώτεροι αξιωματικοί του Συνδέσμου, με ηγέτη το συνταγματάρχη του Πυροβολικού Ν. Ζορμπά και 2.000 οπλίτες, συγκεντρώθηκαν στο Γουδί και απαίτησαν ουσιαστικές αλλαγές στην πολιτική ζωή και στη στρατιωτική οργάνωση της χώρας. Παράλληλα, έκαναν γνωστό ότι δεν στρέφονται κατά του θρόνου, δεν προχωρούν σε στρατιωτικό πραξικόπημα και δεν είναι στις προθέσεις τους να ρίξουν την κυβέρνηση. Ζήτησαν όμως την απομάκρυνση του διαδόχου και των πριγκίπων από τις ανώτερες οργανικές θέσεις στο στράτευμα, την υιοθέτηση μέτρων για τη βελτίωση των οικονομικών του κράτους και την άσκηση φιλολαϊκής πολιτικής. Αφού προκάλεσαν πανικό με την αναπάντεχη κίνησή τους, κατόρθωσαν να πείσουν το βασιλιά να συνδιαλλαγεί μαζί τους. Η κυβέρνηση Δ. Ράλλη παραιτήθηκε και πρωθυπουργός ανέλαβε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, που αποδέχθηκε τους όρους του κινήματος. Παράλληλα, λαϊκό συλλαλητήριο που πραγματοποιήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου έδειξε ότι τα αιτήματά τους δεν άφηναν αδιάφορο τον ελληνικό λαό. Οι επόμενοι μήνες ήταν ιδιαίτερα κρίσιμοι, με την πλάστιγγα να κλείνει άλλοτε προς την εμφύλια σύρραξη κι άλλοτε προς το στρατιωτικό πραξικόπημα, κάτι που επιχείρησε, στις 16 Οκτωβρίου, χωρίς επιτυχία, ο υποπλοίαρχος Κωνσταντίνος Τυπάλδος. Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις έπαιξε ο φιλικά διακείμενος προς το Σύνδεσμο επαναστάτης του Θέρισου Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Βενιζέλος κατέφθασε στον Πειραιά στις 28 Δεκεμβρίου και πέτυχε να συμβιβάσει τις δύο πλευρές. Λίγους μήνες αργότερα ίδρυσε το Κόμμα Φιλελευθέρων και τον Οκτώβριο του 1910 σχημάτισε την πρώτη του κυβέρνηση. Αμέσως προχώρησε σε ταχεία αναδιοργάνωση στρατού και στόλου θέτοντας ως αρχηγό τους το διάδοχο Κωνσταντίνο. Η επανάσταση του 1909 στο Γουδί άνοιξε το δρόμο για ουσιαστικές πολιτικές αλλαγές, αλλά δημιούργησε και ένα νέο δεδομένο: τη δυνατότητα παρέμβασης του στρατού στα πολιτικά πράγματα. Στις 24 Ιουλίου του ίδιου χρόνου αποχώρησε από την Κρήτη το μεγαλύτερο μέρος των ξένων δυνάμεων και καθορίστηκε χρονοδιάγραμμα ενός έτους για την πλήρη απομάκρυνσή τους, με την προοπτική της αυτονομίας και την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Στις 6 Μαρτίου 1910 ξέσπασαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα στην αστυνομία και στους αγρότες στη Θεσσαλία. Η κυβέρνηση Σ. Δραγούμη, φοβούμενη κλιμάκωση των κινητοποιήσεων και κοινωνική έκρηξη, διέταξε τη βίαιη καταστολή της κινητοποίησης στο Κιλελέρ. Α΄ και Β΄ Βαλκανικός πόλεμος (1912-13) Η υπογραφή μυστικής συμφωνίας με άλλες βαλκανικές χώρες (Σερβία, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο) δημιούργησε προϋποθέσεις επιτυχίας στον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Ο πόλεμος ξέσπασε στις 5 Οκτωβρίου 1912 (Α΄ Βαλκανικός πόλεμος). Τόσο η Τουρκία όσο και οι σύμμαχοι υποτίμησαν τις ελληνικές δυνατότητες εξαιτίας της ήττας του 1897, όμως οι νίκες της Ελλάδος στη μάχη των Σαρανταπόρων και των Γιαννιτσών, με την κατάληψη της Δυτικής Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης, και η εξασφάλιση κυριαρχίας στο Αιγαίο, που επέτρεψε τον αποκλεισμό των μεγάλων τουρκικών δυνάμεων στη Μικρά Ασία, άλλαξαν τα δεδομένα. Μάλιστα, στις αρχές του 1913 απελευθερώθηκε και η Ήπειρος. Στη διάρκεια της κατάληψης της Θεσσαλονίκης σημειώθηκε σοβαρή διένεξη μεταξύ Βενιζέλου και Κωνσταντίνου. Η πληροφορία ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να επιχειρηθεί η κατάληψη της πρωτεύουσας της Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, κινητοποίησε την κυβέρνηση, η οποία διαμήνυσε στον Κωνσταντίνο να καταλάβει την πόλη άμεσα. Εκείνος, όμως, κατέστησε σαφές ότι ήταν ο πλέον αρμόδιος να σχεδιάσει τις κινήσεις των ελληνικών στρατευμάτων και να ακολουθήσει δικό του σχέδιο. Η σθεναρή στάση του Βενιζέλου ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να βαδίσει κατά της Θεσσαλονίκης, με εξαιρετική όμως βραδύτητα. Τελικά, στις 26 Οκτωβρίου κατάφερε να εισέλθει νικητής στην πόλη, σφραγίζοντας το διαβατήριό της για την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος. Ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος αποτέλεσε στην ουσία συνέχεια των αγώνων των λαών των Βαλκανίων εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι μετά την επανάσταση των Νεότουρκων είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν σχέδια εκτουρκισμού των υποδούλων. Στις 4 Οκτωβρίου 1912, οι τρεις χώρες, χωρίς προηγούμενο σχεδιασμό επίθεσης, κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία και της επιτέθηκαν στις περιοχές των συνόρων τους. Ο ελληνικός στρατός από τη Θεσσαλία κατέλαβε τον Σαραντάπορο και τα Σέρβια και στη συνέχεια την Κοζάνη, τα Γρεβενά, τη Σιάτιστα, την Κατερίνη, τη Βέροια, την Έδεσσα και στις 20-21 τα Γιαννιτσά. Στις 26 Οκτωβρίου περικύκλωσε και κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη. Το ίδιο προσπάθησαν να κάνουν και οι Βούλγαροι, αλλά εμποδίστηκαν από τους Έλληνες. Κατάφεραν όμως να εισέλθουν στην πόλη 15.000 στρατιώτες με δόλιο τρόπο και παρέμειναν εκεί μέχρι το Β΄ Βαλκανικό πόλεμο. Στη συνέχεια, ο ελληνικός στρατός προχώρησε κατά περιοχών της Δυτικής Μακεδονίας και αμέσως μετά της Ηπείρου φτάνοντας μέχρι το οχυρωμένο Μπιζάνι. Την άλωση των Ιωαννίνων ακολούθησε η παράδοση 33.000 αξιωματικών και οπλιτών και 120 πυροβόλων των Τούρκων. Στη Βόρεια Ήπειρο ο στρατός κατέλαβε το Λεσκοβίκι και το Καλπάκι, την Πρεμετή και τα στενά Κλεισούρας φτάνοντας μέχρι την Αυλώνα, όπου και σταμάτησε την προέλαση μετά από αξίωση των Ιταλών. Αποφασιστική για την έκβαση του πολέμου στάθηκε η συμμετοχή του ελληνικού στόλου, που, παρά την έλλειψη μέσων, κατόρθωσε να επικρατήσει σε Αιγαίο και Ιόνιο και να αποκλείσει τον τουρκικό στα στενά των Δαρδανελίων και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Δυο φορές προσπάθησε ο τουρκικός στόλος να διαπλεύσει το Αιγαίο και αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει στα στενά (Ναυμαχία της Έλλης, 13 Δεκεμβρίου, και της Λήμνου, 5 Ιανουαρίου). Με αυτό τον τρόπο ο ελληνικός στόλος εμπόδισε τον εφοδιασμό των τουρκικών στρατευμάτων και προστάτεψε τις θαλάσσιες μεταφορές, που ήταν ζωτικές για τον εφοδιασμό και τη μετακίνηση των στρατευμάτων. Συνέβαλε δε στην απελευθέρωση των νησιών του Αιγαίου, τα οποία, εκτός Λέσβου και Χίου, κατελήφθησαν χωρίς αγώνα. Η συνθήκη ειρήνης υπογράφτηκε στο Λονδίνο στις 17 Μαΐου 1913. Η υπεροπτική στάση των Βουλγάρων ώθησε τους Ελληνοσέρβους σε πολεμικές ενέργειες εναντίον τους χωρίς προηγούμενη κήρυξη του πολέμου (Β΄ Βαλκανικός πόλεμος), αναγκάζοντάς τους, τον Αύγουστο του 1913, να υπογράψουν τη συνθήκη του Βουκουρεστίου: σύμφωνα με αυτή, περιορίζονταν πέραν του ποταμού Νέστου. Οι Βούλγαροι, χωρίς αιτία, επιτέθηκαν εναντίον των συμμάχων τους στην περιοχή Παγγαίου, Γευγελής και Ιστίπ. Οι υπέρμετρες αξιώσεις της Βουλγαρίας σε εδάφη που είχαν καταλάβει οι δύο χώρες τις είχε ωθήσει, στις 19 Μαΐου 1913, να υπογράψουν αμυντική συμφωνία. Ο ελληνικός στρατός αντέδρασε ακαριαία: τη νύχτα της 17ης Ιουνίου έδιωξε από τη Θεσσαλονίκη τη βουλγαρική δύναμη (1.300 άνδρες) και στις 19 ξεκίνησε γενική επίθεση εναντίον της. Το αποτέλεσμα ήταν να πετύχει μεγάλες νίκες στις μάχες Κιλκίς-Λαχανά (19-21 Ιουνίου) και Καλινόβου-Δοϊράνης (19-22 Ιουνίου). Οι μάχες συνεχίστηκαν με προέλαση του ελληνικού στρατού, που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μόνος του τον κύριο όγκο των Βουλγάρων, εξαιτίας ολιγωρίας των Σέρβων. Συγχρόνως, ο ελληνικός στόλος κατέλαβε την Καβάλα (27 Ιουνίου) και την Αλεξανδρούπολη (12 Ιουλίου) και ο στρατός την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Στις 18 Ιουλίου έγινε ανακωχή και συνθήκη ειρήνης στο Βουκουρέστι (28 Ιουλίου 1913). Στις 5 Μαρτίου 1913 δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ και στο θρόνο ανέβηκε ο γιος του, διάδοχος Κωνσταντίνος. Επιστρέφοντας στα ανάκτορα, ο βασιλιάς δέχτηκε σφαίρα από κάποιον τρελό με το όνομα Αλέξανδρος Σχινάς. Μισή ώρα μετά την επίθεση άφησε την τελευταία του πνοή. Η ανάκριση του περίπου πενηντάχρονου δράστη –ήταν αξύριστος και κακοντυμένος– δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα και η ανακοίνωση της αυτοκτονίας του με πτώση του από το παράθυρο του Διοικητηρίου όπου εκρατείτο έκλεισε την υπόθεση της δολοφονίας, με την επισημοποίηση της άποψης ότι επρόκειτο για κάποιον «αναρχικό» παράφρονα. Ποτέ, από τότε, δεν δόθηκε πειστική ερμηνεία για τα αίτια του φόνου, απεναντίας εκφράστηκαν απόψεις για «δάκτυλο» Βουλγάρων, Γερμανών –που ήθελαν να ανοίξει ο δρόμος για τον «γερμανόφιλο» Κωνσταντίνο– και Σέρβων τρομοκρατών («Μαύρη Χειρ»), που επιδίωκαν να ενοχοποιήσουν τη Βουλγαρία. Το αποτέλεσμα της δολοφονίας ήταν ορατό στην πολιτική πραγματικότητα της εποχής, αφού το πέρασμα του Κωνσταντίνου στο προσκήνιο οδήγησε στον εθνικό διχασμό. Εθνικός διχασμός στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο (1914-18) Η κατάληψη των νησιών του Αιγαίου από το ελληνικό Ναυτικό και η ενίσχυση των δύο στόλων οδηγούσαν σε μια νέα ελληνοτουρκική σύγκρουση, η οποία όμως απεφεύχθη εξαιτίας της έκρηξης του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου (1914-1918). Στις 28 Ιουνίου 1914, ο αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος, διάδοχος του αυστριακού θρόνου, δολοφονήθηκε στο Σεράγεβο από το νεαρό Βόσνιο Γκαβρίλο Πρίντσιπ. Αν και δεν αποκαλύφθηκε εμπλοκή της Σερβίας σε αυτή τη δολοφονία, η αυστροουγγρική κυβέρνηση, υπό την πίεση της κοινής γνώμης και σίγουρη ότι θα έχει τη στήριξη της Γερμανίας, έστειλε στις 23 Ιουλίου αυστηρό τελεσίγραφο στη Σερβία, αποτελούμενο από 10 άρθρα. Παρ’ όλο που, αν αποδεχόταν δεκτό θα γινόταν υποτελής της Αυστρίας, η Σερβία δέχτηκε τα επτά από τα δέκα σημεία του τελεσιγράφου. Παρά την αποδοχή αυτή, η Αυστροουγγαρία, στις 28 Ιουλίου, έδωσε το πρώτο χτύπημα κηρύσσοντας τον πόλεμο «εναντίον της χώρας των δολοφόνων». Η έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έγινε με αλυσιδωτές αντιδράσεις. Αρχικά, Βενιζέλος και Κωνσταντίνος (και Αντάντ) συμφώνησαν να μη συμμετάσχει η Ελλάδα, στη συνέχεια προέκυψε διαφωνία για το αν έπρεπε να βοηθηθεί η Σερβία ή όχι στη βάση της συμφωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες. Νέα προβλήματα προέκυψαν όταν η Αντάντ αποφάσισε εκστρατεία στα Δαρδανέλια, οπότε και ήταν απαραίτητη η ελληνική συμμετοχή για την ήττα της Τουρκίας, προοπτική που θα έδινε τη δυνατότητα στην Ελλάδα να πραγματοποιήσει τους στόχους της. Απέναντι όμως, στη σύμφωνη γνώμη του Βενιζέλου τέθηκε ο βασιλιάς και η σύζυγός του Σοφία, η οποία ήταν αδερφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας και βέβαιη για τη νίκη των Κεντρικών Δυνάμεων (που αποτελούσαν οι Αυστροουγγαρία, Γερμανία, Τουρκία). Ο Κωνσταντίνος επέμεινε να κρατήσει η χώρα ουδέτερη στάση, και μαζί του συντάχθηκαν και όσοι ήταν γερμανόφιλοι. Οι διαφωνίες οδήγησαν το 1915 στον εθνικό διχασμό. Ο ελληνικός λαός χωρίστηκε σε βασιλικούς και βενιζελικούς και η Ελλάδα σε δύο επικράτειες. Η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο άνδρες κορυφώθηκε τον Ιανουάριο του 1915, όταν ο Βενιζέλος θέλησε να πετύχει την αποστολή ελληνικών δυνάμεων στα Δαρδανέλια στο πλευρό της Αντάντ. Μετά από μαραθώνιες συζητήσεις διαπιστώθηκε πλήρης διάσταση απόψεων και ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Στο διπλωματικό πεδίο τόσο οι Αγγλογάλλοι όσο και οι Γερμανοί επιχείρησαν με κάθε μέσο να συμπαρασύρουν στο πλευρό τους την Ελλάδα προσφέροντας ανταλλάγματα. Οι σύμμαχοι της Αντάντ, μάλιστα, υποσχέθηκαν την πλήρη υλοποίηση, σχεδόν, της Μεγάλης Ιδέας. Στο μεταξύ, ο Κωνσταντίνος κατηγορήθηκε ότι πίσω από το κάλυμμα της ουδετερότητας έκρυβε τις γερμανόφιλες αντιλήψεις του και ο Βενιζέλος ότι προχώρησε σε απαράδεκτες διαβουλεύσεις για την παραχώρηση μέρους της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, προκειμένου αυτή να συμπράξει με την Αντάντ. Στη φιλονικία ανάμεσα στους δύο άνδρες, φαίνεται να έπαιξε ενεργό ρόλο και η βασίλισσα Σοφία, αδερφή του Γερμανού κάιζερ Γουλιέλμου, η οποία σαφώς και επηρέασε το βασιλιά. Στη θέση του Βενιζέλου την εντολή διακυβέρνησης ανέλαβε ο Δημήτρης Γούναρης (κυβέρνηση μειοψηφίας), ο οποίος ξεκίνησε διαβουλεύσεις –παράλληλα και ο Κωνσταντίνος με τις Κεντρικές Δυνάμεις– με την Αντάντ, ώστε εκείνη να εγγυηθεί στην Ελλάδα τα βόρεια σύνορά της, που εξακολουθητικά απειλούνταν από τη Βουλγαρία. Οι συζητήσεις τους απέβησαν άκαρπες, αφού οι δύο αντίπαλες δυνάμεις προσδοκούσαν να προσεταιριστούν τη Βουλγαρία και δεν παρείχαν εγγυήσεις στην Ελλάδα. Παράλληλα, ο Βενιζέλος συνέχισε τις προσπάθειές του να πείσει τον πολιτικό κόσμο για συμμετοχή στο πλευρό της Αντάντ έχοντας τώρα πια μαζί του και μέλη της βασιλικής οικογένειας, όπως το διάδοχο Γεώργιο. Η ξαφνική αρρώστια του βασιλιά και η προκήρυξη εκλογών φόρτισαν ακόμη περισσότερο το πολιτικό σκηνικό, με τους μεν βενιζελικούς να διαμορφώνουν αντιμοναρχική στάση, τους δε αντιβενιζελικούς απόλυτα μοναρχική. Στις 31 Μαΐου 1915 ο Βενιζέλος πέτυχε μια μεγάλη νίκη, αλλά σκόπιμα ο βασιλιάς καθυστέρησε να τον ορκίσει. Η κυβέρνηση αποφάσισε να βάλει τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, διαφώνησε όμως και πάλι ο βασιλιάς. Ωστόσο η επιστράτευση στη Βουλγαρία, που αποφάσισε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, τον ανάγκασε να συμφωνήσει σε επιστράτευση. Παρ’ όλα αυτά, ούτε τότε υπήρξε τελική απόφαση συμμετοχής στον πόλεμο, γεγονός που εξόργισε και τις δύο αντιμαχόμενες ξένες δυνάμεις. Τον Οκτώβριο του 1915 στρατεύματα Αγγλογάλλων έκαναν απόβαση στη Θεσσαλονίκη θέλοντας να εξασφαλίσουν τον ανεφοδιασμό και την ενίσχυση της Σερβίας. Βουλγαρικά και γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Καβάλα, ολόκληρο σώμα στρατού παραδόθηκε και μεταφέρθηκε στη Γερμανία, γεγονός που, μαζί με τις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί, οδήγησε σε δραστικές κινήσεις τον Ελ. Βενιζέλο, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Κωνσταντίνος είχε προσανατολιστεί στη συνταγματική εκτροπή για να ανατρέψει την κυβέρνηση. Η ολοκληρωτική ρήξη συνέβη στις 21 Σεπτεμβρίου 1915, όταν στη Βουλή ο Βενιζέλος ζήτησε, ανοιχτά πλέον, τη συμμετοχή της χώρας στο πλευρό της Αντάντ. Και πάλι όμως αρνήθηκε να συμπράξει ο βασιλιάς, αναγκάζοντάς τον σε παραίτηση. Τότε σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Αλ. Ζαΐμη, ενώ οι Αγγλογάλλοι έκαναν απόβαση στη Θεσσαλονίκη. Η νέα κυβέρνηση επέμεινε στην ουδετερότητα μέχρι την πτώση του Ζαΐμη και την ανάληψη της εξουσίας από τον Στέφανο Σκουλούδη, που λειτουργούσε ως εντολοδόχος του βασιλιά. Προκηρύχθηκαν νέες εκλογές στις οποίες αρνήθηκε να συμμετάσχει ο Βενιζέλος. Η νέα κυβέρνηση χειρίστηκε αδέξια τις σχέσεις της με την Αντάντ, με αποτέλεσμα να σχηματίσει προσωρινή κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη (1916) ο Βενιζέλος, με την υποστήριξη των συμμάχων, και να κηρύξει τον πόλεμο (23 Νοεμβρίου) κατά των Κεντρικών Δυνάμεων. Στις 11 Ιουνίου 1917 οι Αγγλογάλλοι απαίτησαν την παραίτηση του Κωνσταντίνου, κατηγορώντάς τον ως γερμανόφιλο. Ο τελευταίος κατέφυγε στην Ελβετία και ο Βενιζέλος έκανε κυβέρνηση στην Αθήνα βγαίνοντας επίσημα στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Η συμμετοχή της Ελλάδος ενίσχυσε το συμμαχικό μέτωπο στα Βαλκάνια, και οι πρώτες αντεπιθέσεις, με τη συμμετοχή Ελλήνων, Αγγλογάλλων και Σέρβων, που είχαν ανασυγκροτηθεί στο ελληνικό έδαφος, σημειώθηκαν το φθινόπωρο του 1917. Το Μάιο του 1918 ο ελληνικός στρατός πολέμησε κατά των Βουλγάρων, τους οποίους νίκησε στη μάχη του Σκρα επιφέροντας ισχυρό πλήγμα στο ηθικό τους. Στις 15 Σεπτεμβρίου έγινε η μεγάλη συμμαχική επίθεση στο μακεδονικό μέτωπο και οι επιτυχίες ήρθαν η μια μετά την άλλη. Τα σερβικά στρατεύματα με τη βοήθεια των συμμάχων άρχισαν να ανακαταλαμβάνουν τα εδάφη τους και στις 18 η επίθεση ελληνικών και αγγλικών δυνάμεων διέσπασε το ανατολικό γερμανοβουλγαρικό μέτωπο προς το Στρυμόνα. Για να αποτρέψει την κατάληψη βουλγαρικών εδαφών, η Βουλγαρία υποχρεώθηκε να υπογράψει ανακωχή στις 29 Σεπτεμβρίου. Οι επιτυχίες σήμαναν την αρχή του τέλους για τις Κεντρικές Δυνάμεις, και την τακτική της Βουλγαρίας ακολούθησε η Τουρκία. Απόπειρα κατά Βενιζέλου, δολοφονία Δραγούμη (1919-21) Στις αρχές του 1919 η ελληνική κυβέρνηση, θέλοντας να κερδίσει την εύνοια της Αντάντ – και να αποσπάσει μεγαλύτερο μερίδιο στις μεταπολεμικές ρυθμίσεις, κήρυξε τον πόλεμο στη Σοβιετική Ρωσία και έστειλε, στα πλαίσια της εκστρατείας της Ουκρανίας, εκστρατευτικό σώμα κατά των μπολσεβίκων. Το Α’ σώμα στρατού υπό τον υποστράτηγο Κ. Νίδερ ενώθηκε με συμμαχικές δυνάμεις και προωθήθηκε στο ουκρανικό μέτωπο. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν κάποιες επιτυχίες στο ενεργητικό τους όμως καταγράφηκαν και ανέντιμες πράξεις, ιδίως κατά την προσπάθεια καταστολής μιας εργατικής εξέγερσης στη Σεβαστούπολη. Οι συμμαχικές δυνάμεις ηττήθηκαν από ισχυρότερο και πιο αποφασισμένο εχθρό και είδαν στρατιώτες τους να αυτομολούν στο εχθρικό στρατόπεδο. Το αποτέλεσμα της ελληνικής συμμετοχής ήταν να της εκχωρηθεί από τους συμμάχους, τον Απρίλιο του 1919, η Σμύρνη. Τα αρνητικά αποτελέσματα ήταν όμως αρκετά σημαντικά. Η νεαρή Σοβιετική Ρωσία υπέγραψε συνθήκη φιλίας με την Τουρκία, τήρησε αρνητική στάση απέναντι στις ελληνικές διεκδικήσεις στη Μικρά Ασία και ώθησε τους συμμάχους σε αλλαγή στάσης απέναντι στον Κεμάλ, θέλοντας να τον αποσπάσουν από την επιρροή της Ρωσίας. Η Γερμανία ηττήθηκε και ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τη Δυτική και την Ανατολική Θράκη (1920) και τη Σμύρνη στη Μικρά Ασία. Στις 28 Ιουλίου 1920, η συνθήκη των Σεβρών προέβλεψε την παραχώρηση στην Ελλάδα της Θράκης και την κατοχή της Σμύρνης για μια πενταετία (στη συνέχεια, με δημοψήφισμα, θα καθοριζόταν η τύχη της). Με την υπογραφή της συνθήκης ο Ελ. Βενιζέλος είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει τα εθνικά όνειρα και οδηγούσε τη χώρα στο κράτος «των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων». Όμως η συνθήκη των Σεβρών σημαδεύτηκε από δύο δολοφονικές απόπειρες κατά του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου στο Παρίσι και του Ίωνα Δραγούμη στην Αθήνα. Δύο μόλις ημέρες μετά την υπογραφή συνθήκης, στο σταθμό Λιόν της γαλλικής πρωτεύουσας, απ΄ όπου επρόκειτο να ταξιδέψει ο Βενιζέλος για τη Μασσαλία και από εκεί για τον Πειραιά, έγινε απόπειρα δολοφονίας του από δύο απότακτους βασιλόφρονες αξιωματικούς, τον υποπλοίαρχο Απόστολο Τσερέπη και τον υπολοχαγό Γεώργιο Κυριάκη. Πρώτος ο Κυριάκης πυροβόλησε με το περίστροφό του κατά του πρωθυπουργού τέσσερις φορές, πληγώνοντάς τον στον ώμο και στο χέρι. Στη συνέχεια, ο Κυριάκης τον πυροβόλησε πέντε φορές χωρίς να βρει στόχο. Οι δύο επίδοξοι δολοφόνοι συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν στο δικαστήριο του Σηκουάνα, όπου όμως και απαλλάχθηκαν μετά από εισήγηση του Βενιζέλου. Η είδηση της απόπειρας στην Αθήνα δημιούργησε βίαια επεισόδια μεταξύ βενιζελικών και οπαδών του Κωνσταντίνου. Ξυλοκοπήθηκαν πολίτες, παραβιάστηκαν σπίτια, καταστράφηκαν γραφεία αντιπολιτευόμενων εφημερίδων. Αποτέλεσμα της νέας έντασης ήταν να δολοφονηθεί, στις 31 Ιουλίου 1920, ο Ίωνας Δραγούμης –αντίπαλος της κυβέρνησης– από παρακρατική, ημιστρατιωτική οργάνωση του Παύλου Γύπαρη. Απόσπασμα της οργάνωσης τον συνέλαβε και τον μετέφερε στο γραφείο του Γύπαρη και από εκεί, μεταφέροντάς τον στο Φρουραρχείο, τον εκτέλεσε εν ψυχρώ στους Αμπελόκηπους. Ο Βενιζέλος, που νοσηλευόταν ακόμη στο Παρίσι, καταδίκασε το γεγονός και έστειλε συλλυπητήριο τηλεγράφημα στον πατέρα του Ίωνα και πολιτικό αντίπαλο του ιδίου Στέφανο Δραγούμη. Η ένταση όμως που επικράτησε επανέφερε την Ελλάδα στο κλίμα του εθνικού διχασμού, αναίρεσε την επιτυχία του Βενιζέλου στο Παρίσι και ματαίωσε την προσπάθεια εθνικής συμφιλίωσης. Η έκρηξη επαναστατικού κινήματος στην Τουρκία με τον Μουσταφά Κεμάλ πασά, ο οποίος δεν δεχόταν τη συνθήκη των Σεβρών, οδήγησε την Ελλάδα σε νέο πόλεμο κατά των Τούρκων. Στο μεταξύ, στις εκλογές που προκηρύχθηκαν το κόμμα του Βενιζέλου υπέστη πανωλεθρία και ο ίδιος δεν εξελέγη ούτε βουλευτής. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης σχημάτισαν κυβέρνηση και με δημοψήφισμα επανέφεραν τον Κωνσταντίνο. Η Αγγλία αδιαφόρησε για την εφαρμογή της συνθήκης των Σεβρών και οι Γαλλία, Ιταλία, θεωρώντας ότι το νέο καθεστώς στην Ελλάδα ήταν εχθρικό, τάχθηκαν με την πλευρά της Τουρκίας. Μικρασιατική καταστροφή, η Δίκη των Έξι (1922-25) Από την πτώση της Κωνσταντινούπολης μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα ο ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας ζούσε στο απόλυτο σκοτάδι (δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα ιστορικά στοιχεία για την παρουσία του). Μετά το 1770, Πελοποννήσιοι πρόσφυγες κατέφυγαν στα δυτικά παράλια, όπου ο ηγέτης Καραοσμάνογλου, που είχε την έδρα του στη Μαγνησία, τους πρόσφερε άσυλο. Η ερημωμένη αλλά πλούσια χώρα της Μικράς Ασίας δέχτηκε κύματα μεταναστών από το Πήλιο και από το Αιγαίο –κυρίως από τη Μυτιλήνη, τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο–, τα οποία δημιούργησαν νέες ελληνικές εστίες. Η συγχώνευσή τους με τους ντόπιους Μικρασιάτες δημιούργησε μια νέα δυναμική, με τους Έλληνες να αναδεικνύονται σε θαυμάσιους εμπόρους και να αναθερμαίνουν την οικονομία της περιοχής. Μεταναστευτικές κινήσεις υπήρξαν και από το άγονο κεντρικό οροπέδιο της Μικράς Ασίας προς τα μεγάλα παραλιακά αστικά κέντρα, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Σαμψούντα, Μερσίνα, όπου και ιδρύθηκαν αποικίες. Το εμπόριο, η βιομηχανία, οι τράπεζες, οι επιστημονικές και κυβερνητικές θέσεις πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων. Υπό την πίεση Ρώσων και Δυτικών παραχωρήθηκαν στους μετανάστες προνόμια και ελευθερίες σε θέματα παιδείας και θρησκείας. Μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων και την ήττα της Τουρκίας, οι Νεότουρκοι σχεδίασαν την εξόντωση του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Από το 1914 μέχρι το 1919 πολλοί Έλληνες απελάθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, στον Πειραιά, στη Χίο και στη Μυτιλήνη. Άλλοι, πάλι, εκτοπίστηκαν στις ανατολικές επαρχίες της Τουρκίας και αποδεκατίστηκαν από τις κακουχίες. Για την εκτέλεση της απόφασης σύμφωνα με την οποία της παραχωρούνταν η Σμύρνη, η Ελλάδα ξεκίνησε την άνοιξη του 1921 τη μικρασιατική εκστρατεία, που διήρκεσε 3 χρόνια και 4 μήνες, έως τις 5 Σεπτεμβρίου 1922, οπότε και ηττήθηκε στα πεδία των μαχών με σημαντικές απώλειες. Στις αρχές του 1922 το ελληνικό επιτελείο θέλησε να καταλάβει το Εσκί Σεχίρ Αφιόν Καραχισάρ, για να καλύψει το κενό που παρουσιαζόταν ανάμεσα στις ελληνικές δυνάμεις του βορρά και του νότου, σε μια περίοδο κατά την οποία στο διπλωματικό πεδίο όλα έβαιναν δυσμενώς για την Ελλάδα. Μονάδες του Γ΄ σώματος στρατού βάδισαν από την Προύσα στο Εσκί Σεχίρ, αλλά μετά από σκληρές μάχες αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει. Ταυτόχρονα άλλες ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν για λίγο το Εσχίρ, αλλά τελικά οπισθοχώρησαν στο Ουσάκ, για να αποφύγουν τον εγκλωβισμό. Προκειμένου να περικυκλώσει τον εχθρό, το επιτελείο αποφάσισε να καταλάβει τη γραμμή Αφιόν Καραχισάρ-Κιουτάχεια-Εσκί Σεχίρ, κάτι που μόνο εν μέρει πέτυχε, αφού απώθησε τα εχθρικά στρατεύματα, χωρίς όμως να κατορθώσει να εγκλωβίσει τις κύριες δυνάμεις του. Οι δυνάμεις αυτές κατάφεραν με αντεπίθεση να διασπάσουν τον ελληνικό κλοιό και να οπισθοχωρήσουν προς την ενδοχώρα με ελάχιστες απώλειες. Ο ελληνικός στρατός αποφάσισε να προχωρήσει προς την Άγκυρα, ώστε να επιφέρει ένα τελικό πλήγμα στις κεμαλικές δυνάμεις. Η εφόρμηση ξεκίνησε την 1η Αυγούστου και ο στρατός έφτασε μέχρι τον Σαγγάριο, σε απόσταση 50 χλμ. από την Άγκυρα, όπου και ακολούθησε πολυήμερη μάχη. Οι ελληνικές δυνάμεις, για άλλη μια φορά, δεν κατάφεραν να διασπάσουν τις κεμαλικές και οπισθοχώρησαν εν αναμονή του χειμώνα. Τον Φεβρουάριο του 1922, λίγο πριν από τη μεγάλη συντριβή των ελληνικών δυνάμεων στην Τουρκία, ο Αλ. Παπαναστασίου δημοσίευσε στον Τύπο το “Δημοκρατικό Μανιφέστο”, σύμφωνα με το οποίο είχαν ευθύνες ο θρόνος και η κυβέρνηση για τις επιλογές στα εθνικά θέματα και προβλεπόταν η επερχόμενη εθνική καταστροφή. Το άρθρο προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης και του βασιλιά και διατάχθηκε να συλληφθεί ο συγγραφέας και να παραπεμφθεί σε δίκη. Καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση έχοντας ως συνήγορο υπεράσπισης τον τριαντατετράχρονο τότε Γεώργιο Παπανδρέου. Οδηγήθηκε στις φυλακές, αλλά απελευθερώθηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την επικράτηση του κινήματος του Πλαστήρα-Γονατά. Το καλοκαίρι του 1922, μαζί με την ήττα των ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία, κατέρρευσε και το όραμα της Μεγάλης Ιδέας. Στα τέλη Ιουλίου το κεμαλικό καθεστώς διέταξε ολομέτωπη επίθεση για τις 13 Αυγούστου. Μέσα σε λίγες ώρες η ασταθής ελληνική γραμμή άμυνας διασπάστηκε και κατέρρευσε. Ακολούθησε η άτακτη υποχώρηση και η συντριβή των ελάχιστων δυνάμεων που είχαν απομείνει κατά τη μάχη του Αλί Βεράν στις 17 Αυγούστου και η σύλληψη του στρατηγού Νικόλαου Τρικούπη. Οι στρατιώτες που είχαν διασωθεί έσπευσαν να σωθούν κατευθυνόμενοι προς τη θάλασσα, όπου τους περίμενε ο ελληνικός στόλος, εγκαταλείποντας τον ελληνικό πληθυσμό της Ιωνίας στην τύχη του. Ακολούθησαν η κατάληψη της Σμύρνης στις 28 Αυγούστου και οι αγριότητες των ορδών του Κεμάλ: ομαδικές σφαγές αμάχων, βιασμοί, πυρπολισμός της πόλης, πράξεις γενοκτονίας, και η παράδοση στον όχλο του εθνομάρτυρα μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, ο οποίος βασανίστηκε και κατακρεουργήθηκε. Το τεράστιο πλήθος των Ελλήνων, που έσπευδε προς τη θάλασσα προκειμένου να σωθεί, έπεσε θύμα του χλευασμού των κυβερνητών των ξένων πλοίων που βρίσκονταν εκεί. Με την καταστροφή της Σμύρνης ξεριζώθηκε όλος ο ελληνισμός των δυτικών παραλίων. Πάνω από 300.000 άνθρωποι χάθηκαν, τμήματα του στρατού αιχμαλωτίστηκαν και ολόκληρο σχεδόν το οπλοστάσιό του εγκαταλείφθηκε στα χέρια των Τούρκων. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1922 στρατιωτικό κίνημα ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί προς όφελος του διαδόχου του Γεωργίου Β΄, ενώ στην ανακωχή που υπογράφτηκε με την Τουρκία τής παραχωρήθηκε η Ανατολική Θράκη. Στις 12 Σεπτεμβρίου ξέσπασε επιτυχημένο στρατιωτικό κίνημα στη Λέσβο και στη Χίο, όπου είχε καταφύγει το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού στρατού της Μικράς Ασίας, με επικεφαλής τους Νικόλαο Πλαστήρα, Στυλιανό Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά. Οι επαναστάτες αποβιβάστηκαν στο Λαύριο και ζήτησαν την παραίτηση του Κωνσταντίνου και της κυβέρνησης του Τριανταφυλλάκου (που είχε διαδεχθεί τον Π. Πρωτοπαππαδάκη). Η κυβέρνηση του Σωτηρίου Κροκιδά, που ελεγχόταν από την «Επαναστατική Επιτροπή», προχώρησε στην ανασύσταση του στρατού, ιδίως στην περιοχή του Έβρου, και έστειλε στο στρατοδικείο τους υπαίτιους της καταστροφής. Έκτακτο στρατοδικείο καταδίκασε σε θάνατο τους υπευθύνους για τη μικρασιατική καταστροφή («Δίκη των Εξ») Δημ. Γούναρη, Νικ. Στράτο, Πετ. Πρωτοπαπαδάκη, Γ. Μπαλταζή, Νικ. Θεοτόκη και τον αρχιστράτηγο Γ. Χατζανέστη. Την άνοιξη του 1923, στη συνδιάσκεψη της Λοζάνης –την Ελλάδα αντιπροσώπευσε ο Βενιζέλος– παραχωρήθηκαν οριστικά στην Τουρκία η Ανατολική Θράκη και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος και συμφωνήθηκε η ανταλλαγή πληθυσμών. Μέσα σε λίγες ημέρες κατέφυγαν στην Ελλάδα 1.100.000 Έλληνες. Στις εκλογές, το Δεκέμβριο του 1923, δεν συμμετείχαν τα αντιβενιζελικά κόμματα και το Μάρτιο του 1924 εγκαθιδρύθηκε η αβασίλευτος δημοκρατία, με πρώτο πρόεδρο τον Π. Κουντουριώτη και μόνο κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Δικτατορία Πάγκαλου, ιδιώνυμο (1925-39) Στις 24 Ιουνίου 1925 εκδηλώθηκε πραξικόπημα από το στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο. Περιλάμβανε τρία χτυπήματα: ένα στο ναύσταθμο, ένα στη Βόρεια Ελλάδα κι ένα στην Αθήνα. Γύρω στα μεσάνυχτα, ο ναύαρχος Χατζηκυριάκος πήγε με βενζινάκατο στο ναύσταθμο και έθεσε το στόλο υπό τις διαταγές του. Οι κινηματίες δεν αντιμετώπισαν ιδιαίτερα προβλήματα στην ανάληψη του ελέγχου στο Γ΄ σώμα στρατού και στις μικρότερες μονάδες στην Καβάλα και στη Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα όμως η πραξικοπηματική κίνηση δεν είχε αποτέλεσμα, και τον έλεγχο διατήρησε η κυβέρνηση του Μιχαλακόπουλου, μέχρι, που εξαιτίας της ολιγωρίας της κυβέρνησης και των κομμάτων, εμφανίστηκε ο Πάγκαλος στου Ρουφ, και πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Στις 6 το απόγευμα της 26ης Ιουνίου καταλύθηκε η δημοκρατία και ο Πάγκαλος ορκίστηκε πρωθυπουργός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Π. Κουντουριώτη. Ο Πάγκαλος όμως επέδειξε ιδιαίτερη θρασύτητα, αφού στις 30 Ιουλίου ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. θετική ψήφο εμπιστοσύνης τού έδωσαν οι 185 από τους 208 ψηφίσαντες βουλευτές, μεταξύ των οποίων οι Αλ. Παπαναστασίου, Γ. Κονδύλης και Σ. Γονατάς. Με τον πρωτότυπο και καινοφανή στα κοινοβουλευτικά χρονικά αυτό τρόπο, η δικτατορία του Πάγκαλου απέκτησε τυπική νομιμοποίηση. Η αλαζονεία ωστόσο του Πάγκαλου με την απροκάλυπτη κατάλυση κάθε νομιμότητας και την εγκαθίδρυση μιας ανοιχτής δικτατορίας οδήγησε το καθεστώς του στην ταχεία φθορά και διαφθορά και τελικά στην ανατροπή της από ένα άλλο στρατιωτικό πραξικόπημα. Στις 3 Ιανουαρίου 1926 σε ομιλία του ο Πάγκαλος καταφέρθηκε κατά του κοινοβουλευτισμού και αναφέρθηκε στην εμπιστοσύνη που είχε πια μόνο στο στρατό. Το ίδιο βράδυ ματαίωσε τις εκλογές για την ανάδειξη της γερουσίας. Οι κινήσεις του, όμως, δημιούργησαν αναταραχή στο στράτευμα. Πολλοί άρχισαν να τον εγκαταλείπουν. Το Φεβρουάριο έγινε απόπειρα πραξικοπήματος, με το καθεστώς να απαντά με μαζικές συλλήψεις που διέγειραν ακόμη πιο αρνητικά συναισθήματα. Στο μεταξύ, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας οικονομικά σκάνδαλα. Ο Π. Κουντουριώτης υπέβαλε την παραίτησή του και ο Πάγκαλος προώθησε αμέσως προεδρικές εκλογές, τις οποίες κέρδισε, αφού ήταν ο μοναδικός υποψήφιος. Νέο στρατιωτικό πραξικόπημα με τους αντισυνταγματάρχες Καρακούφα και Μπακιρτζή απέτυχε και οι ίδιοι καταδικάστηκαν σε θάνατο και αμνηστεύτηκαν. Στις 19 Ιουλίου ανέλαβε ως δοτός πρωθυπουργός ο Αθανάσιος Ευταξίας. Όμως στις 21 Αυγούστου εκδηλώθηκε τρίτο στρατιωτικό πραξικόπημα, υπό τον Κονδύλη, το οποίο, αυτή τη φορά ευοδώθηκε. Ο Πάγκαλος από τις Σπέτσες έσπευσε με το πλοίο «Πέργαμος» να αντιμετωπίσει τους πραξικοπηματίες, αλλά διαπίστωσε ότι είχε εγκαταλειφθεί από τους πάντες. Έτσι, αναγκάστηκε να παραδοθεί και να οδηγηθεί στις φυλακές στο Κερατσίνι, όπου παρέμεινε έως το 1928, οπότε και απελευθερώθηκε από την κυβέρνηση Βενιζέλου. Το 1930 γνώρισε την καταδίκη, όχι για την επιβολή της δικτατορίας, αλλά για κάποιους από τους κυβερνητικούς χειρισμούς του. Οι εκλογές του 1926 έφεραν στην εξουσία οικουμενική κυβέρνηση, που έθεσε ως στόχο την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας, και το 1928, με την άνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία, υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Ο Βενιζέλος απέστειλε επιστολή στον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού (30 Αυγούστου 1928), με την οποία τον διαβεβαίωνε ότι έτρεφε φιλικά συναισθήματα απέναντι στην Τουρκία. Και ο Τούρκος πρωθυπουργός με τη σειρά του απάντησε στο ίδιο κλίμα, με συνέπεια να ξεκινήσει ένας μαραθώνιος διαβουλεύσεων που οδήγησε στη συμφωνία της 10ης Ιουνίου 1930, με θέμα τη ρύθμιση μεγάλων οικονομικών ζητημάτων που είχαν προκύψει από την ανταλλαγή πληθυσμών. Προς χάριν της συμφωνίας η Ελλάδα δέχτηκε να συμψηφιστούν οι περιουσίες των 1.300.000 Ελλήνων με εκείνες των 400.000 Τούρκων, με αποτέλεσμα ουσιαστικά να βρεθεί να χρεωστά αντί να δικαιούται. Ο Βενιζέλος επισκέφτηκε την Άγκυρα τον Οκτώβριο και έγινε δεκτός με μια θερμότατη υποδοχή από τον Κεμάλ και τον Ινονού. Τότε υπογράφτηκε νέα συνθήκη που επιβεβαίωσε το συνοριακό καθεστώς της Λοζάνης (1923). Στη διάρκεια αυτής της τετραετίας, θεσμοθετήθηκε η δίωξη της κομουνιστικής δράσης, γνωστής ως «ιδιώνυμο», γεγονός που οδήγησε στην ψήφιση της σχετικής νομοθεσίας το διάστημα 1930-40. Οι διώξεις κατά των κομουνιστών ξεκίνησαν με το νομοθετικό διάταγμα 19/21. 4.1924, κατά τη σύντομη πρωθυπουργία του Αλ. Παπαναστασίου. Ο νόμος τροποποιήθηκε από τον Πάγκαλο με ΝΔ το 1926 και προέβλεπε «εκτοπίσεις παντός ατόμου υπόπτου διά πράξεων… αντικειμένων εις την δημόσιαν τάξιν, ησυχίαν και ασφάλειαν της χώρας», καθώς και «παντός ατόμου υπόπτου διαδόσεως ιδεών αντικειμένων εις τα κυριαρχικά του κράτους δικαιώματα». Στη βάση αυτού του νόμου ξεκίνησαν οι διώξεις των μελών του νεοσύστατου τότε ΚΚΕ. Οι διώξεις αυτές, επί Βενιζέλου, καλύφθηκαν από μια πιο οργανωμένη νομοθετική προσπάθεια με τον ιδιώνυμο νόμο 4229 της 24/25.7.1929. Η έκδοση αυτού του νόμου ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, γιατί σε αυτόν διαφαινόταν προσπάθεια περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών. Το ιδιώνυμο του Βενιζέλου αποτέλεσε την απαρχή σειράς νόμων που θεμελιώθηκαν από τον Μεταξά και διατηρήθηκαν κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1933 επέφερε και πολιτικούς τριγμούς στην Ελλάδα, με τη νίκη των αντιβενιζελικών δυνάμεων. Από το 1933 έως και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Ιω. Μεταξά στις 4 Αυγούστου 1936, οι απόπειρες πραξικοπήματος ακολούθησαν η μια την άλλη. Ο Πλαστήρας επιχείρησε να ανατρέψει το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά απέτυχε. Στις 7 Ιουνίου έγινε απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στην Κηφισίας από τον αρχηγό της αστυνομίας Πολυχρονόπουλο και το λήσταρχο Καραθανάση. Την 1η Μαρτίου του 1935 εκδηλώθηκε βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα υπέρ της δημοκρατίας, το οποίο όμως δεν ευοδώθηκε, αλλά διαφορετική τύχη είχε εκείνο των στρατηγών Παπάγου και Ρέππα και ναυάρχου Οικονόμου, που ανέτρεψαν την κυβέρνηση του Π. Τσαλδάρη και διόρισαν πρωθυπουργό τον Κονδύλη. «Έστησαν» μάλιστα δημοψήφισμα τον Οκτώβριο, που με 97,9% επανέφερε τη βασιλεία. Δικτατορία Μεταξά, Κατοχή, Αποστασία (1936-67) Η πολιτική αστάθεια είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή του συντάγματος από τον Γεώργιο Β΄ και την άνοδο στην εξουσία του Ιωάννη Μεταξά, που επέβαλε τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 τα γερμανικά στρατεύματα πέρασαν τα πολωνικά σύνορα και στις 3 Σεπτεμβρίου οι χώρες Μ. Βρετανία, Γαλλία, Νέα Ζηλανδία και Ινδία, και στις 9 και στις 10 η Ν. Αφρική και ο Καναδάς κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία. Την 1η Σεπτεμβρίου κηρύχθηκε ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος και στις 15 Αυγούστου 1940 τορπιλίστηκε από ιταλικό υποβρύχιο το καταδρομικό «Έλλη», που βρισκόταν στην Τήνο για τον εορτασμό της Παναγίας. Η ενέργεια αυτή εντασσόταν στην προσπάθεια του Μουσολίνι να σκηνοθετήσει προκλήσεις ώστε να παρέμβει στα Βαλκάνια, έχοντας καταλάβει ήδη από τις 7 Απριλίου 1939 την Αλβανία. Την «προειδοποίηση» ακολούθησε στις 28 Οκτωβρίου 1940 η κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου μετά την απόρριψη του τελεσιγράφου του Μουσολίνι, που ζητούσε την ελεύθερη δίοδο των ιταλικών στρατευμάτων από τα ελληνικά εδάφη και την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων κι ενώ τα ιταλικά στρατεύματα περνούσαν ήδη από τα αλβανικά σύνορα. Την ίδια ημέρα ο Μουσολίνι με τον Χίτλερ συναντήθηκαν στη Φλωρεντία και ο πρώτος τον πληροφόρησε ότι η κατάληψη της Ελλάδος θα σήμαινε και κατοχή των νησιών του Αιγαίου, που θα πρόσφεραν στον άξονα νέα αεροναυτική βάση στη Μεσόγειο. Πριν από την επίθεση των Ιταλών κατά της Ελλάδος είχε υπάρξει η επέμβαση των Γερμανών στη Ρουμανία, γεγονός που ενόχλησε τον Μουσολίνι, που θεωρούσε τα Βαλκάνια τομέα της ιταλικής επιρροής, αλλά και γιατί ο Χίτλερ τον έφερνε προ τετελεσμένων γεγονότων. Ο Μουσολίνι, θέλοντας να αναλάβει πρωτοβουλία –παρά την αντίθετη άποψη του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου στρατάρχη Μπαντόλιο–, αποφάσισε να επιτεθεί κατά της Ελλάδας. Οι Ιταλοί θεωρούσαν ότι θα έκαναν περίπατο στα ελληνικά εδάφη, όμως η αντίδραση του ελληνικού στρατού ήταν άκρως αποτελεσματική. Η επίλεκτη μεραρχία αλπινιστών Γιούλια μπήκε με άρματα αιφνιδιαστικά στην Ελλάδα και, αφού συντρίφτηκε στη μάχη του Μετσόβου, υποχώρησε άτακτα. Ο ελληνικός στρατός προέλασε στα εδάφη της Αλβανίας με επακόλουθο την κατάληψη της Κορυτσάς (22 Νοεμβρίου), τρίτης πόλης της Αλβανίας, που την υπερασπίζονταν έξι ιταλικές μεραρχίες και 72.000 άνδρες, του Πόγραδετς, της Πρεμετής, του Αργυρόκαστρου, βάσης της πρώτης ιταλικής στρατιάς, και του λιμανιού των Αγίων Σαράντα, που ο Μουσολίνι για χάρη της κόρης του είχε ονομάσει «Πόρτο Έντα». Ο ελληνικός στρατός κατέλαβε ακόμη τη Χιμάρα και την Κλεισούρα, έως ότου το Μάρτιο του 1942 συνέτριψε ολοσχερώς την ιταλική επίθεση. Ο Μουσολίνι ζήτησε την παρέμβαση της Γερμανίας ώστε να συναφθεί ειρήνη με την Ελλάδα, αλλά ο Χίτλερ δεν ήθελε, εν αναμονή της επίθεσης κατά της Ρωσίας, να υπάρχει προγεφύρωμα των Άγγλων στα Βαλκάνια. Ακόμη, δεν ξεχνούσε ότι η ήττα των Γερμανών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ξεκινήσει από τη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, βλέποντας ότι η Ρωσία επιχειρούσε σύναψη συμφωνιών με Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία για να αποσπάσει τα Βαλκάνια, αποφάσισε να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Στις 18-20 Ιανουαρίου 1941 αποφάσισε επίθεση κατά της Ελλάδος. Στις 6 Απριλίου 1941 η Γερμανία βομβάρδισε τον Πειραιά και άρχισε επίθεση κατά της Ελλάδος. Ο γερμανικός στρατός, αφού πέρασε από τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια προωθήθηκε προς το νότο και κατέκτησε ολόκληρη την Ελλάδα, παρά τη σκληρή αντίσταση Ελλήνων και Άγγλων στον Όλυμπο. Στις 20 Απριλίου ο στρατηγός Τσολάκογλου υπέγραψε τη συνθηκολόγηση. Οι Έλληνες, οι Άγγλοι και οι Νεοζηλανδοί σύμμαχοί τους υποχώρησαν στην Πελοπόννησο και με τη βοήθεια του ναυάρχου Άντριου Μπράουν Κάνιγκαμ μετέφεραν διά θαλάσσης, από μικρά λιμάνια της Πελοποννήσου, το μεγαλύτερο μέρος των ναυτικών δυνάμεων στην Κρήτη. Εκεί κατέφυγαν και ο βασιλιάς με την κυβέρνηση (ο Μεταξάς είχε πεθάνει και τον είχε διαδεχθεί ο Αλ. Κορυζής και στη συνέχεια ο Εμμ. Τσουδερός). Ο γερμανικός στρατός μπήκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου και η γερμανική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό κυμάτισε στην Ακρόπολη. Στις 20 Μαΐου άρχισε η επίθεση Γερμανών αλεξιπτωτιστών υπό το στρατηγό Στούντεντ στην Κρήτη με τη συνεργασία της αεροπορικής στρατιάς του Φον Ριχτχόφεν. Παρά τη σθεναρή αντίσταση των ελληνικών στρατευμάτων και των κατοίκων, οι Γερμανοί κατάφεραν να κατακτήσουν το νησί στις 2 Ιουνίου. Η ελληνική κυβέρνηση κατέφυγε στην Αίγυπτο για να συνεχίσει τον πόλεμο. Μετά την κατάληψη της Κρήτης, που στοίχισε πανάκριβα στους Γερμανούς, η Ελλάδα έζησε τριπλή κατοχή: των Βουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη, εκτός του νομού Έβρου, και των Γερμανοϊταλών στην υπόλοιπη χώρα. Μάλιστα, οι Βούλγαροι προσάρτησαν τα εδάφη αυτά στο κράτος τους. Η κατοχή της χώρας, που το χειμώνα έγινε μαρτυρική με το θάνατο εκατοντάδων ανθρώπων από την πείνα, ώθησε πολλούς Έλληνες να οργανωθούν στην αντίσταση και να έρθουν σε επαφή με τις συμμαχικές στρατιωτικές αρχές της Μέσης Ανατολής. Υπήρξαν όμως και μεμονωμένες ηρωικές πράξεις που έδωσαν το απαιτούμενο θάρρος στους κατακτημένους. Στις 31 Μαΐου 1941, λίγο μετά την είσοδο των δυνάμεων κατοχής στην Αθήνα, δύο νεαροί άντρες, οι Μανόλης Γλέζος και Απόστολος Σάντας, ανέβηκαν στον ιερό βράχο, κατέβασαν τη γερμανική σημαία, την έσκισαν και την πέταξαν σε ένα πηγάδι. Από τη μια πλευρά το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ και από την άλλη ο ΕΔΕΣ υπό το στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα δημιουργούσαν συνεχή προβλήματα στους κατακτητές αναγκάζοντάς τους να διατηρούν μεγάλες δυνάμεις στην Ελλάδα. Σημαντική (κυρίως όμως συμβολική) ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου από τον ΕΛΑΣ υπό τον Άρη Βελουχιώτη και τον ΕΔΕΣ υπό τον Ζέρβα, στις 26 Νοεμβρίου 1942. Οι Γερμανοί, από την πλευρά τους, που είχαν με το μέρος τους τη δοτή ελληνική κυβέρνηση και τους δωσίλογους που ίδρυσαν τα τάγματα ασφαλείας, φρόντισαν να αποδείξουν πόσο ανελέητοι κατακτητές ήταν. Με τη λογική των αντιποίνων, μετά από ήττα τους σε μάχη με τον ΕΛΑΣ, εισήλθαν στα Καλάβρυτα κι εκτέλεσαν 700 ντόπιους. Με την ήττα από τους Συμμάχους και την κατάρρευση της Γερμανίας, οι Γερμανοί εγκατέλειψαν και την Ελλάδα. Στις 18 Οκτωβρίου 1944 επέστρεψε στη χώρα η εξόριστη κυβέρνηση (με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου), στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ΕΑΜ. Με δημοψήφισμα –που αμφισβητήθηκε– επανήλθε στο θρόνο ο Γεώργιος Β΄, τον οποίο μετά το θάνατό του διαδέχθηκε ο αδελφός του Παύλος. ‘Ομως το Δεκέμβριο του 1944 κι εξαιτίας της στάσης της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι κυρίως στο ΕΑΜ, χιλιάδες λαού κατέκλυσαν το Σύνταγμα, όπου και χτυπήθηκαν από αγγλικά τανκ. Ο εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε στοίχισε σε ανθρώπινες ζωές, χώρισε την Ελλάδα στα δύο και έληξε με την ήττα των δυνάμεων της Αριστεράς. Ο Αλ. Παπάγος δημιούργησε τον Ελληνικό Συναγερμό και κέρδισε τις εκλογές του 1952, για να παραχωρήσει στη συνέχεια την εξουσία στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και στην Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ) (η οποία κατηγορήθηκε ότι κέρδισε τις εκλογές με βία και νοθεία), που αποτελούσε συνέχειά του. Το 1963 πρωθυπουργός της χώρας αναδείχθηκε ο αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου Γεώργιος Παπανδρέου, που ήρθε σε ρήξη με το παλάτι και το βασιλιά Κωνσταντίνο –διάδοχο του θρόνου– και αναγκάστηκε να παραιτηθεί παραχωρώντας τη θέση του στον Π. Κανελλόπουλο. Το αυλικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 1965, με την αποστασία βουλευτών της Ενώσεως Κέντρου, η οποία είχε ως συνέπεια την ανατροπή του Γ. Παπανδρέου, και η δοτή κυβέρνηση Νόβα δεν ήταν παρά το προοίμιο της επερχόμενης λαίλαπας. Επταετία (1967-73) Στις 21 Απριλίου 1967 καταλύθηκε η δημοκρατία, ανεστάλησαν οι ελευθερίες και εγκαθιδρύθηκε στρατιωτική δικτατορία υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Ο Κωνσταντίνος, αν και αρχικά συνεργάστηκε με τη Χούντα, στη συνέχεια, στις 13 Δεκεμβρίου, οργάνωσε αντιπραξικόπημα, ηττήθηκε και έφυγε στο εξωτερικό. Ο Παπαδόπουλος κατέλυσε τη βασιλεία και ανακήρυξε τη χώρα σε δημοκρατία (1 Ιουνίου 1973), περιβλήθηκε με πολλαπλές αρμοδιότητες και έγινε πρόεδρος της χώρας με πρωθυπουργό τον Σπ. Μαρκεζίνη. Η αντίσταση κατά της δικτατορίας πήρε τη μορφή εξέγερσης στο Πολυτεχνείο, το Νοέμβριο του 1973. Η εξέγερση καταπνίγηκε, οι σκληροί υπό το συνταγματάρχη Ιωαννίδη θεώρησαν ότι ο Παπαδόπουλος δεν είχε επιδείξει τον απαιτούμενο δυναμισμό, τον ανέτρεψαν και διόρισαν πρόεδρο το στρατηγό Γκιζίκη. Η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο και η ανατροπή του Μακαρίου (15 Ιουλίου 1974) από τη Χούντα σήμαναν την αρχή του τέλους της δικτατορίας. Τότε, κλήθηκε από το Παρίσι ο Κ. Καραμανλής, ο οποίος με απόλυτη πλειοψηφία σχημάτισε κυβέρνηση, την οποία διατήρησε και μετά τις εκλογές του 1977. Μεταπολίτευση (1974) Στις 8 Δεκεμβρίου 1974, σε σχετικό δημοψήφισμα, ο ελληνικός λαός ψήφισε όχι στη βασιλεία σε ποσοστό 69,3%. Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξελέγη ο Μ. Στασινόπουλος κι αμέσως μετά ο Κ. Τσάτσος. Στις 16 Μαΐου 1980 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πέρασε στην προεδρία της δημοκρατίας και πρωθυπουργός ανέλαβε ο Γεώργιος Ράλλης. Ένα χρόνο αργότερα, τις εκλογές κέρδισε το ΠΑΣΟΚ –όπως και εκείνες του 1985– και τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Το Μάρτιο του 1985 εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Χρήστος Σαρτζετάκης. Το Ιούλιο του 1988 ξέσπασε το σκάνδαλο Κοσκωτά και ο πρωθυπουργός με την κυβέρνησή του κλήθηκαν να απαντήσουν πώς ο εκδότης της εκδοτικής εταιρείας Γραμμής και ιδιοκτήτης της Τράπεζας Κρήτης κατόρθωσε να ιδιοποιηθεί δεκάδες δις δρχ. Την ίδια εποχή ο Ανδρέας Παπανδρέου αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και, μπροστά στη χιονοστιβάδα του σκανδάλου, προκήρυξε, στις 18 Ιουνίου 1989, εκλογές, από τις οποίες όμως δεν δημιουργήθηκε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Έτσι, σχηματίστηκε κυβέρνηση με τη συνεργασία της ΝΔ και του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της προόδου» (στον οποίο συμμετείχαν ΕΑ και ΚΚΕ) με πρωθυπουργό τον Τζανή Τζανετάκη. Το σκάνδαλο Κοσκωτά, οι τηλεφωνικές υποκλοπές, η αγορά πολεμικών αεροσκαφών (η αγορά του αιώνα) ήρθαν προς συζήτηση στη Βουλή, η οποία αποφάσισε την παραπομπή σε δίκη του Ανδρέα Παπανδρέου και μελών της κυβέρνησής του. Το Ειδικό Δικαστήριο αθώωσε τον πρώην πρωθυπουργό, αλλά καταδίκασε δύο υπουργούς του. Στις 5 Νοεμβρίου 1989 κανένα κόμμα δεν απέσπασε και πάλι την απόλυτη πλειοψηφία, με αποτέλεσμα να αναλάβει την εξουσία οικουμενική κυβέρνηση υπό τον οικονομολόγο Ξενοφώντα Ζολώτα. Στις 8 Απριλίου 1990 εξελέγη πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, αφού το κόμμα του, η ΝΔ, κέρδισε τις εκλογές με μικρή διαφορά. Τον επόμενο μήνα ο Κ. Καραμανλής εξελέγη για δεύτερη φορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Το «Μακεδονικό» (η διατήρηση του ονόματος Μακεδονία στο νεοσύστατο κρατίδιο των Σκοπίων) και άλλα προβλήματα οδήγησαν στην αποχώρηση του Αντώνη Σαμαρά και άλλων βουλευτών από τη ΝΔ και στην τελική πτώση της. Τον Οκτώβριο του 1993 επανεξελέγη πρωθυπουργός ο Α. Παπανδρέου, αλλά δύο χρόνια αργότερα (7/3/95) δεν επανεξελέγη ως πρόεδρος ο Κ. Καραμανλής. Τη θέση του ανέλαβε ο Κωστής Στεφανόπουλος, ο οποίος επανεξελέγη το Φεβρουάριο του 2000. Τα προβλήματα υγείας του πρωθυπουργού και η είσοδός του στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο οδήγησαν, τελικώς, στις 15 Ιανουαρίου 1996 στην παραίτησή του. Τη θέση του ανέλαβε, στις 22 Ιανουαρίου 1996, ο Κώστας Σημίτης, ο οποίος κλήθηκε να οδηγήσει τη χώρα στη σύγκλισή της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του, τον Ιανουάριο του 1996, οξύνθηκαν οι σχέσεις της χώρας με την Τουρκία, μετά την προσάραξη στη βραχονησίδα Ίμια του τουρκικού φορτηγού πλοίου «Φογκέν Ατάτ». Στις 25 Δεκεμβρίου 1995 το τουρκικό πλοίο αρνήθηκε την ελληνική., με τ αιτιολογικό ότι βρίσκεται σε τουρκικό έδαφος. Στις 28 Ιανουαρίου 1996 ομάδα Τούρκων δημοσιογράφων αποβιβάστηκε στη βραχονησίδα και, αφού κατέβασε την ελληνική σημαία, ύψωσε την τουρκική. Στις 31 Ιανουαρίου, με μεσολάβηση των ΗΠΑ, η κρίση εκτονώθηκε. Στις 22 Σεπτεμβρίου έγιναν εκλογές, τις οποίες κέρδισε το ΠΑΣΟΚ με τον Κώστας Σημίτη, όπως και τις επόμενες, στις 9 Απριλίου του 2000. Στις 23 Ιουνίου 1996 ο Ανδρέας Παπανδρέου έχασε τη μάχη του με τη ζωή και στις 23 Απριλίου 1998 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Το Μάιο του 1997 το Εφετείο επέβαλε φυλάκιση 25 ετών στο Γιώργο Κοσκωτά για το σκάνδαλο της Τράπεζας Κρήτης. Στις 28 Απριλίου του 1998 απεβίωσε εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο αρχιεπίσκοπος ο Χριστόδουλος, μέχρι τότε μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1999 απήχθη από Τούρκους πράκτορες ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν μετά την έξοδό του από την ελληνική πρεσβεία του Ναϊρόμπι. Η αποκάλυψη ότι φιλοξενείτο στην Ελλάδα το προηγούμενο διάστημα προκάλεσε προσωρινή ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Επτά μήνες αργότερα σεισμός 5,9 της κλίμακας Ρίχτερ συγκλόνισε την Αθήνα. Ο απολογισμός θλιβερός: 150 νεκροί και καταρρεύσεις ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων. Στη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Κ. Σημίτη και επί ελληνικής προεδρίας διευρύνθηκε η ευρωπαϊκή οικογένεια με την προσθήκη 10 νέων μελών, μεταξύ των οποίων και της Κύπρου. 1 Στρατιώτες στο Μακεδονικό μέτωπο. Ο ελληνικός στόλος επιστρέφει στο Φάληρο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936) (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’, ο οποίος ανέλαβε τη βασιλεία μετά τον Όθωνα (1863-1913). Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ένας εκ των Κουντουριωτών, με μεγάλη προσφορά στην Επανάσταση. Ο πολιτικός και στρατιωτικός Θεόδωρος Πάγκαλος (1878-1952). Το 1925 ανέτρεψε με πραξικόπημα την κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Ο Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968). Λόγω της πίστης του στους δημοκρατικούς θεσμούς απέκτησε την προσωνυμία «Ο γέρος της Δημοκρατίας» (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.